Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονη ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονη ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Στάθης Καββαδάς

*Ο Στάθης Καββαδάς γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπουδασε Κοινωνιολογια στη Γαλλια και τις ΗΠΑ.

Ποιητικά βιβλία: Το τσιμεντένιο άγαλμα της Αφροδίτης (ποιήματα, Διογένης, 1986), Τα μαλθακά ρομπότ (Διογένης, 1989), Νύχτες 1-6 (Άγρα, 1995), Πανηγυρισμοί (Άγρα, 2000).
Έχει επίσης μεταφράσει τις Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο του Wallace Stevens (Εστία, 1994).


**Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Νίκου Τομαρά
https://n-tomaras.blogspot.com


Είμαι ένα κέλυφος

Είμαι ένα κέλυφος
όπου οι πόθοι, σα φαντάσματα
για λίγο σταματούν
έν' άδειο σπίτι
όπου οι μνήμες μες στη νύχτα λαμπυρίζουν.
Κι αναρωτιέμαι
ποια θα 'ταν η γεύση της ζωής
κι αν κρύβαν κάποιο μυστικό
τα ηλιοθρεμμένα φρούτα.


Ποίημα από τη συλλογή «Κρυφές ζωές», Άγρα 2010


Τηλεφωνικός θάλαμος, Βιβλιοκριτική

Να δηλώνουν αποχαιρετισμό
Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος //


«Τηλεφωνικός Θάλαμος»  Βασίλης Κουντζάκης, εκδόσεις Εκάτη

 

Είναι πάντα στη συνήθεια των πραγμάτων να ακολουθούν τη σειρά τους. Η νύχτα που πέφτει, τα λάφυρα της κόπωσης. Αν δεν υπήρξε ποτέ η ποίηση θα τα λέγαμε εφόδια, αν δεν υπήρχαν στίχοι, τα τραγούδια ο κόσμος θα ‘χε συντριβεί από το βάρος των ενοχών του.

Έτσι έγινε και τότε. Ο κόσμος μια γερασμένη φιγούρα, ο άνεμος φυσούσε τα λευκά μαλλιά του. Στάχτη και χιόνι, μα είναι κάτι να προσέρχεσαι ανυποψίαστος στα ποιήματα. Και να μοιράζεσαι την ατμόσφαιρα που διαμορφώνουν οι διαλεχτές λέξεις του ποιητή Βασίλη Κουντζάκη, από την μετρημένη σε ποιήματα και πληθωρική σε αισθήσεις και μνήμη, συλλογή των εκδόσεων Εκάτη.

Είναι εκείνο το παλαιό κατάστημα χτισμένο στα υποδόρια της 3ης Σεπτεμβρίου. Απέναντι από το αλλοτινά, μοντέρνο θαύμα της brand new Αθήνας που θα έλεγε και η Μαλβίνα, λειτουργεί αδιαλείπτως το κατάστημα των εκδόσεων, ένας από τους τελευταίους χώρους όπου λαμβάνει χώρα, αν το θελήσει κανείς, η μυσταγωγία με τη λογοτεχνία. Ένα ανεξάντλητο υλικό, εκδόσεις από πολλές και διάφορες περιόδους, ποιητές από κάθε γωνιά του κόσμου, σπάνια βιβλία, όλα επιζούν στο βάθος του ημιυπόγειου μαγαζιού που μοιάζει με μια κιβωτό της Αθήνας. Η τελευταία ξεφτίζει παντού, τη σαρώνει μια βροχή και πάει, αυτό ήταν. Το είπαν οι ποιητές, μια μέρα η πόλη θα πάρει το δρόμο τ’ουρανού, μαζί με τις εκκλησιές και τα μπορντέλα της, μαζί με όλα της τα θαύματα και τις αχρειότητες θα πετάξει η πόλη.

Η ξαφνική γιορτή – φόντο αυτής εδώ της ιστορίας που θέλει να χωρέσει το αδύνατο- στήθηκε με αφορμή , λέει , μια χούφτα ποιήματα που τραβούν το χρόνο μες σε ένα αβέβαιο παρόν. Όλα στάθηκαν ψυφίδες μιας ευχάριστης συγκυρίας.

Κοίταξε τριγύρω του, αφήνοντας την παρουσίαση να εκτυλίσσεται με αναγνώσεις, σχόλια και παρατεταμένα χειροκροτήματα, σαν σχολιαζόταν κάτι που αφορούσε μια αίσθηση κοινή, απότοκο της στιγμής. Διότι αυτό κατόρθωναν οι υπερσυντέλικοι του Βασίλη Κουτζάκη και για αυτό αφοσιώθηκαν με όλη τους την ουσία, σε κάτι περιγράμματα, σε παράθυρα, ξύλα, σε κατασκευές των αγγέλων. Πώς συνοψίζει κανείς την ομορφιά, δεν είπε ποτέ κανείς. Πώς βάζει την ιδέα στα χείλη των ανθρώπων, δεν τ’ομολόγησε κανείς πώς και αν τάχα να γίνεται με τρόπο άλλον, διαφορετικό από την ποίηση. Στίχοι που αναλύουν το στιγμιαίο και το εξατμιζόμενο, λήθη, νοσταλγία, σκουριά, το περίφημο οξείδιο του Λόρκα, μια γεύση που μένει στο τέλος του ποιήματος. Όταν πέφτει το πέπλο φυσάει από χίλιες μεριές άρωμα αγιοκλήματος αμοιβαίας μελαγχολίας.

Η πόλη σε εκείνη τη γειτονιά ησύχαζε. Ως ψηλά επάνω, εκεί που χανόταν η ανηφοριά του δρόμου, πλανάται μια διακριτική ομίχλη, περισσότερο μοιάζει με την ανάσα του ποιητή που θολώνει τα τζάμια στις σελίδες της συλλογής του. Και πρέπει να αφεθείς, να αρνηθείς την εγκράτεια εκεί που πρέπει, να δέσεις το μεγάλο με το ανυπολόγιστο, έτσι που να φέγγει κάτω από το φανάρι του πνεύματος η αλήθεια. Το απλό είναι μυστήριο έγραφε στη συλλογή της Εκάτης και απέναντι ανάμεσα σε άλλα πολλά συνθήματα, έτσι που η τέχνη να επαληθεύει τον εαυτό της μες στη μελέτη της λεπτομέρειας, της συγκίνησης. Θαρρείς και αναγνώρισε για μια στιγμή εκείνη τη μεμβράνη τη διάφανη που σκεπάζει τον κόσμο. Όλα εφάνταζαν σαν μέσα σε φλοιό πένθους. Μας ευεργέτησε με τόσους πολλούς τρόπους ο Πάμπλο Νερούδα, τόσο τραγικός μες στη ζωή του την ίδια. Του φάνηκαν πως υπήρχαν παντού τριγύρω μαβιές και μαύρες σαν απολησμονημένοι συλλογισμοί, εικόνες και σκηνογραφίες. Ήταν ωραία η στιγμή εκείνη και ίσως κάπου να ξεχώρισε τη μυρωδιά του θυμαριού , ίσως να άκουσε το μαδριγάλι να παίζει, αμυδρά. Δεν θέλει θόρυβο η ποίηση, μόνον ελεύθερη να αγγίξει πρωτόγνωρες συχνότητες τη διαπασών της καρδιάς, της αίσθησης.

Έριξε μια ματιά στο βιβλίο που ‘χε στα χέρια του. Τώρα τα σχόλια πραγματεύονταν το ποίημα “Άδειες Καρέκλες”. Η φθορά έχει σαρώσει τα πράγματα και τις μορφές, ο κόσμος εκτείνεται ως πέρα, εκεί που κόβεται το βλέμμα, πλατύς σαν όχθη ποταμού. Ο ποιητής βάζει τους ίσκιους, κίτρινα βλέμματα ανθρώπων, με το χρώμα να’χει τη σημασία του. Με τούτα τα φίλτρα σμιλεύει με τις στάλες της βροχής, με μνήμες αποσπασματικές, σαν αρχαίο ψηφιδωτό, μισοειδωμένο τα πεδία των λέξεων του. Κάτι γλαφυρό, σαν γλυπτική των αισθήσεων με μια φράση μονάχα να συμβολίζει κάτι παραπάνω από τον χρόνο. Είναι κρυμμένη από τα μάτια μας η αιωνιότητα σε εκείνο το ποίημα. Όλα φαντάζουν δραματικά, μα θερισμένα από το χρόνο, ανομολόγητα, πικρά. Ήταν ο Πέιτερ που στοχάστηκε, φωνή βοώντος να ουρλιάζει, αφήνοντας πίσω μια προσευχή. Και ένα φως αιφνίδιο που δίνει μια άλλη διάσταση στα πιο τετριμμένα, στις κλειδώσεις των δαχτύλων, στην γλώσσα των σωμάτων, σε εκείνη που εμπιστεύεται η αίσθηση του ιχνηλάτη, η νοσταλγία εκείνου που θυμάται. Να μην ξέρω πόσος είναι ο χρόνος, μόνο να τον ορίζω έτσι που τα πάντα να ανανεώνεται μαζί με τα συμφραζόμενα και με τις λέξεις του ποιητή, παίρνοντας από την απλή εκδοχή της εικονογραφίας, μια καθαρή εντύπωση.

Αν δεν ήταν ποιητής συλλογίστηκε κοιτάζοντας από την αρχή τα ποιήματα, σαν να’ ταν άνθρωποι και να μην γύρευαν αναγνώσεις, θα ήταν μεγάλος ζωγράφος. Θα έπαιρνε λέει για μοντέλα του πράγματα και χαρακτήρες της απλής ζωής, με τόση φυσικότητα και λεπτότητα θα περνούσε πάνω από τα περιγράμματα, αποθεώνοντας το απλό που προστίθεται στο μεγάλο και το θαυμαστό. Έτσι θα’ ταν και το δικό του τ’ αντίδωρο. Του φάνηκαν περιορισμένα μέσα οι λέξεις, τίποτε σαν το μυστήριο του φωτός. Η πατίνα σε μια φωτογραφία, ίσως να’ ναι το φως που τρέφει το μήκος της ζωής μας, σκόρπιες αποχρώσεις αναλυμένου συναισθήματος. Παρηγορήθηκε μια στάλα μέσα του, βρήκε έναν λόγο για να υπάρξει και απόψε η ποίηση.

Θα ξεχώριζε και άλλα μα έπεφτε τώρα μια ησυχία. Και το πλήθος σκόρπιζε, όλα είχαν πάει καλά. Πήρε και εκείνος τον δρόμο της επιστροφής όταν ξέσπασε μια μπόρα καλοκαιρινή, από εκείνες τις αναπάντεχες που κανένα μοντέλο δεν προέβλεψε ποτέ. Είδε τον παλιό Τηλεφωνικό Θάλαμο και είπε να τρυπώσει εκεί. Σε λίγο η βροχή σταμάτησε και στο βάθος ξύπνησε κόκκινο χρώμα. Σαν να φάνηκαν οι αρμοί και όλα γύρω κλειστά. Του φάνηκε πως παντού στον κόσμο κυριαρχούσε το αγνοούμενο, το μη βλεπόμενο. Από το εσωτερικό του Τηλεφωνικού Θαλάμου η θέα ήταν ανεμπόδιστη και η μνήμη πεδίο βολής, παλιό και ναρκοθετημένο που θέλει όλη τη λεπτότητα στα βήματά σου. Τώρα πια είναι αδύνατο να ζήσει κανείς πολλές ζωές, να νιώσει τα βιβλία και τους ήρωες. Γράφει απεγνωσμένα ποιήματα, δεν θα φτάσουν πουθενά, δεν χωρούν πουθενά. Όλα γερνούν μέσα από τον Θάλαμο, όλα προς την πλευρά της λογικής. Στη σκουριά της εποχής το βιβλίο στα χέρια του έχει να αντιτάξει τα τριαντάφυλλα που πέφτουν απ’ τα μάτια. Κοιτάζει προς τις δυο πλευρές του δρόμου. Δεν είναι κανείς , η πόλη δεν έχει πρόσωπο, της το δανείζουν οι ποιητές και εμείς μαθαίνουμε να το θυμόμαστε και να το αγαπάμε. Έτσι όπως ψάχνει κάτι ασαφές, μοιάζει με την Εκάτη που ‘χει δυο εαυτούς για να πονέσει. Εκείνον που ζει και έναν άλλον που τραγουδά στίχους και λεπτομέρειες από αδειανούς αέρηδες.




Ο Βασίλης Κουντζάκης γεννήθηκε το 1983. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και στο Διαδίκτυο, στο οποίο και διατηρεί την ιστοσελίδα “Ακάλυπτος Χώρος”. Αυτή είναι τρίτη ποιητική συλλογή του.

Άλλα έργα του:

Δίχως Όνομα, 2015, Εκάτη
Το απέναντι κάθισμα, 2020, Εκάτη
Τηλεφωνικός Θάλαμος, εκδ. Εκάτη


*Από την ιστοσελίδα: www.fractalart.gr (Fractal-Η γεωμετρία των ιδεών)

https://www.fractalart.gr/tilefonikos-thalamos/


Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Γιάννης Πομώνης, Δύο ποιήματα

Γιάννης Πομώνης | Δύο ποιήματα από τη συλλογή "Θανάτου Ελαύνοντος"

Συμβάν

Το βίο του
θέλησε να διηγηθεί
με συντομία και
λιτότητα.

Οι λέξεις
τρύπιες δεκάρες
έπεσαν κάτω
μ’ εκείνον τον κρωγμό
που κάνει το φέρετρο
σαν από αδέξια χέρια
βρίσκει στα πλαϊνά.

~*~

Ηλιοβασίλεμα

Πάνω σε πλάτες κουρασμένες
πέφτει το δείλι
μ' εκείνο του παράπονου
το χρώμα:
ήρεμο τέλος ενός τσιγάρου
που σβήνει διακριτικά
καθώς τελειώνει ο προορισμός του. 

*Γιάννης Πομώνης, Θανάτου ελαύνοντος, εκδ. Ααγής,
Αθήνα, Φεβρουάριος 1993. 

**Κολλάζ της 6ης σελίδας του βιβλίου: Κώστας Κρεμμύδας.



Βασίλης Παπάς

ΙΙ 

Ένα άσπρο σύννεφο σαν ψάρι 
κολυμπά στον ουρανό 
κι ο ήλιος δόλωμα που το δαγκώνει. 
Πρωί στο φρύδι, η σιωπή αναρτημένο κάδρο.
Τοπίο ακόμα νηστικό
μόλις που γρατζουνάει την κιθάρα της η μέρα. 
Κοιτάζω αυτόν τον κήπο
το φοίνικα με το έλατο μαζί 
κοιτάζω αυτόν τον τόπο...

Βασίλης Παπάς, Πρωί στο φρύδι, εκδ. Κέδρος, 2003.



Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Τηλεφωνικός θάλαμος

Ένα μειδίαμα φυσά και πάλι τα μαλλιά
του γερασμένου κόσμου.

Β. Κουντζάκης, «Φωτοσύνθεση».

Εκεί που σταματάει η σιγή και ξεκινά ο λόγος, ο ποιητής μ’ όλες τις αισθήσεις του προτεταμένες ρίχνεται σε μία περιπέτεια αναψηλάφησης της κοινωνικότητας της αστικής συν-ομιλίας.
Το «εκεί» δηλώνει το μεταίχμιο στο οποίο βρίσκεται καθώς η (συν) ομιλία υποκαθιστά κατ’ επίφαση τη βουβή ατμόσφαιρα. Μέσα στο τηλεφωνικό θάλαμο στεγάζονται πληγές, ενδοιασμοί κινήσεων, ανολοκλήρωτοι ήχοι, ακροτελεύτιοι ψίθυροι.
Ο ποιητής καταγράφει και εποπτεύει το ανερμάτιστο της ανθρώπινης ομιλίας, για να υψώσει ένα μνημείο της σύγχρονης ερήμωσής μας.
Αν στην ποιητική του Βασίλη Κουντζάκη παραγράφεται εξαρχής και προγραμματικά ο ορίζοντας του μεγαλοποιημένου πόνου, ο λυρισμός δεν είναι ούτε χαμηλόφωνος ούτε μετριοπαθής. Αντιθέτως χαρακτηρίζεται από πληθωρισμό και εσωτερική ζωτικότητα που ελέγχεται μόνο μορφικά από το συμφραζόμενο. Δημιουργεί δε μια ποίηση που προσπαθεί να τιθασεύει το θέμα και να επικαλύπτει την πρωταρχική ύλη των γεγονότων όχι με στοιχεία περιγραφικά αλλά με τα εξπρεσιονιστικά θραύσματά τους. Η τάξη των ποιημάτων του είναι ολοκληρωτικά εσωτερική και αποστρέφεται την παράθεση. Έτσι η κύρια αρετή τους είναι η αφαίρεση, η περιεκτικότητα και η συμπύκνωση με εξαιρετικά ρωμαλέα, δηλαδή ευθύβολα ουσιαστικά.

Βασίλης Ζηλάκος

*  * 

ΠΡΟΠΟΔΕΣ

Πέφτει βροχή
χωρίς ήχο

Χαρτιά πλέουν
στον πάτο του πηγαδιού

Μπορείς επάνω τους
να δεις καθαρά
τον γενέθλιο τόπο

Ξερά χόρτα και θάμνοι
κομμένη πέτρα

στο βάθος
μια τρύπα φωτός.

Βασίλης Κουντζάκης, Τηλεφωνικός θάλαμος, εκδ. Εκάτη, 2024. 






Γιώργος Κατραούρας

ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΟΠΩΣ

Ανακάθισα σκέφτομαι 
ποιός εμένα θα δικάσει
ποιός θα με καλέσει πίσω. 

Έμιλυ κι όμως
                       πανέμορφη 
απ' ότι έφτιαξα ξέφυγε
συνθήκη ή ιστός; 

Άυλο σώμα που ξάπλωσες 
στο κρεβάτι ξεντυμένος 
είμαι άντρας ή θα γίνω;

*

ΑΧ ΚΑΙ Ο ΠΕΝΑ 

Αγαπητέ Σάντρο 

στα παλιατζίδικα φορέσαμε
τα δικά τους καφτάνια 
κι ήταν έκθαμβοι στη ματιά τους
δεν έμεινε παρά καπνός
στα μάτια τους. 

* * * 

Ο χρόνος και η κοινή του μοίρα
μας έφερε κοντά· τόσο κοντά
που τα πρόσωπά μας έμειναν 
στον κήπο 
γιατί στο σπίτι μέσα
στο παρθένο δάσος
σχεδίασμα άγριο 
φτιάχνει ποιητής
κρατώντας σπαθί. 

Γιώργος Κατραούρας, Τρέμω στο υπερώο, εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2024.


Νίκος Καραβέλος

KAT' ΙΔΙΑΝ 

Ποίηση 
Είναι μία ιδιαίτερη συζήτηση 
Στον καθρέφτη 
Που έχεις την εντύπωση 
Ότι δεν ακούστηκε. 

Νίκος Καραβέλος, Καθώς μικραίνει ο ύπνος, εκδ. Γαβριηλίδης, 2009

*Alan Davie - Black Mirror, 1952


Γιάννης Χαιρέτης

Η ΠΑΓΙΔΑ

Σήμερα, γιορτή των άσωτων ψυχών·
κι ο νέος ασκητής,
παγιδευμένος σε νυσταλέα προσευχή,
σκιάζεται μην του κλέψουν
την αγνότητά του
τα ξωτικά της Αμαρτίας.

Γιάννης Χαιρέτης, Ο κύκλος των διπλών μαχαιριών, εκδ. Άρδην, 1999. 


Δημήτρης Παπαστεργίου, Δύο ποιήματα

ΠΑΛΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Διευθέτηση παλιάς αλληλογραφίας
Των φοιτητικών χρόνων 
Και του στρατού

Τα γράμματα των γονιών πάντα δυσανάγνωστα

Όχι, τώρα δε φταίει η αγραμματοσύνη τους 
Φταίνε τα δάκρυα στα μάτια μου
Φταίει και που δεν έχω πια διεύθυνσή τους 
Για να τους απαντήσω 

~*~

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ 

Σε όσους νωχελικούς κι ονειροπόλους
αναγκάστηκαν να δουλέψουν μαρτυρικά
αντί πινακίου φακής 

σε όσους έμαθαν να δίνουν 
ζώντας ανάμεσα σε άρπαγες

σε όσους λάτρεις του Έρωτα 
δεν αξιώθηκαν να τους ερωτευτούν

τι να τους πει ο φόβος της κολάσεως; 
για κόλαση θα μιλάμε τώρα; 

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Furor Scribendi, εκδ. Ars Poetica, 2013.



Γιάννης Χαιρέτης, Δύο ποιήματα

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο To Koskino 


Η ΠΟΛΗ

Περιπλανώμενος
στην ερημιά
της εγκαταλειμένης πόλης
θωρώ τη λήθη
με το σάβανό της
να σκεπάζει
καθ’ έργο του ανθρώπου.
Όλα τριγύρω μου
χαλάσματα και όρνεα
που κράζουνε τρομαχτικά’
κι ο Άρχων της φθοράς
την εφιαλτική σκιά του
έχει απλώσει
πάνω απ’ τα παιδιά του.
Μονάχα εκεί,
στην κεντρική πλατεία
-σύμβολο μίσους-
ορθώνεται
φρικτή
η φυλακή.

*

ΚΥΚΛΟΣ

Αναθυμούμενος
Τα χρώματα της νιότης
έδεσα
της μοναξιάς μου τη θελιά,
στα κέρατα
των περασμένων Χρόνων.

Έτσι με βρήκε -γερασμένο-
το πρωί
μ’ ένα παλιό καντήλι,
αναμμένο
να φωτίζει το παρόν
κι ένα μικρό θυμό
να ξαγρυπνά
στην πόρτα της ψυχής μου.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος των απολάψεων”, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Δεκέμβρης 1992.


Θανάσης Μαρκόπουλος

*Από το προφίλ του Θανάση Μαρκόπουλου στο FB 

Περί λύχνων αφάς
Κυριακή 2 Μαΐου 2010 
(1923-2010)

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Καιρός του φτερού
καιρός της σπουδής
κι έπεσες κι εσύ στη λούμπα πατέρα
κι όλο μου τηλεφωνείς
ποτέ δε μου γράφεις
όμως αύριο που θα φύγεις
τι θα μείνει να σε θυμίζει πατέρα
εγώ τα γράμματά σου νοσταλγώ
μιας άλλης εποχής
που καρφώνουν τη μνήμη σαν φέρετρο
μ’ εκείνες τις ακίδες της έγνοιας σου
τις εκτενείς αναφορές τα αιφνίδια λάθη
κι εκείνο το γκρέμισμα των σωμάτων
κατά τον τρόπο της βροχής

ΟΙΚΟΔΟΜΟΣ ΕΝ ΑΠΟΣΤΡΑΤΕΙΑ

Σ’ αυτό το κιβώτιο κείτονται
τα σύνεργα του πατέρα
που χτίζανε τον άνεμο
στο δημώδη σκοπό πουλάκι ξένο
και σάρκα φορούσαν στο τίποτα

Σ’ αυτό το κιβώτιο σήπονται 
τα οστά του πατέρα

(Έκδ. 1996)


Σάββατο 26 Απριλίου 2025

Δημήτρης Παπαχρήστος, Διάτρητος

Ύστερα τραβούσα το καζανάκι κι ά-
δειαζε πάνω μου ο ουρανός τα σύννεφά του
τα μελαγχολικά, το σπίτι γέμιζε νερό, άρχι-
ζαν ν’ ανεβαίνουν τα έπιπλα, σαν σκουπίδια
πεταμένα, μέσα σε λιμάνι εγκαταλειμμένο.
Τα βιβλία πλατανόφυλλα ανοιχτά, να επι-
πλέουν. Κι έσβηναν τα γράμματα. Μελάνι 
γέμιζε ο τόπος και χάνονταν όλα, μαζί με το 
μάταιο χρόνο, που αδιάφορα μάς ανέχεται. 
… Κι ο θόρυβος να ’ρχεται πάλι και 
πάλι, σαν από χαλίκια. Γίνονταν αιχμηρός,
πλήγωνε την ψυχή μου τη μουσγή απ’ αγά-
πη κι αγωνία και βούλιαζα σε μια κάμαρη 
ήσυχη σαν στέρνα μικρή, παραμελημένη κι 
ακύμαντη…   

Δημήτρης Παπαχρήστος, Διάτρητος, εκδ. Ιθάκη, 1982.




Σάββατο 13 Ιουλίου 2024

Ένα κείμενο του Νίκου Σκαραμαγκά για "Το βασίλειο της Σιωπής" του Τάσου Μπέσιου

Η οντολογική εμπειρία του χώρου και του χρόνου στην ποίηση του Τάσου Μπέσιου με αφορμή μια ηρακλείτεια ανάγνωση του ποιήματος «Το βασίλειο της Σιωπής»

Το βασίλειο της Σιωπής

Σε ανηφόρα κίτρινου Οκτώβρη προχωρούν

Σε κυλιόμενο διάδρομο όπως. Κάθε βήμα

πώς βαραίνει στην πλεκτάνη αεικίνητου εδώ…!

Κάθε επόμενο βήμα της στιγμής το φλασάκι φωτίζει

σε εσοχές μακρινές, σε εποχές εαυτού

σκοτεινά φωτισμένες. Όπου… στην κορυφή το δικό τους

ρολόι βηματίζει τρελά και ήχος χωλός αντηχεί

στην κοιλιά τους. Σπόρους πλάνης και σταγόνες

βροχής λέξεις μικρές στα φτερά τους προσφέρουν 

για δείπνο. Σε πρελούδιο χρυσό η αυγή

σαν μωρά τους φασκιώνει. Λίγες μόνο…

λίγες μόνο στιγμές τα ονόματα πριν εκραγούν

και στον χώρο απλωθεί το βασίλειο της Σιωπής.


Τάσος Μπέσιος, συλλογή «Αιφνίδιων ήχων φως» εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2020


Πρόλογος

Μόνο για μείζονα ποιητικά έργα μπορεί να ειπωθεί αυτό που υποστηρίζει ο M. Blanchot στο βιβλίο του «Ο χώρος της λογοτεχνίας», ότι: «Γράφω σημαίνει γίνομαι ο αντίλαλος αυτού που δεν μπορεί να σταματήσει να μιλά. Γι’ αυτόν τον λόγο επιβάλλω σιωπή … Η σιωπή αυτή έχει την πηγή της στην αυτοεξάλειψη στην οποία καλείται εκείνος που γράφει … ούτως ώστε μέσα σ’ αυτήν τη σιωπή να αποκτά μορφή, συνοχή και νόημα η ατέρμονη ομιλία του “είναι”». Είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που το ποίημα του Τάσου Μπέσιου «Το βασίλειο της Σιωπής» συνιστά την αναγκαία σιωπή του λόγου μέσα απ’ την οποία ο αναγνώστης ακροάζεται τη δίχως όρια λαλαίουσα σιωπή - ηχείο της οποίας είναι ο ποιητής - του «είναι», κατά τον Ηράκλειτο «Φύσις» η οποία «κρύπτεσθαι φιλεῖ» (η φύση αγαπά να κρύβεται) ή διαφορετικά διατυπωμένο «… η πραγματική πραγματικότητα/ που πάντα/ απουσιάζει» (Τάσος Μπέσιος, από το ποίημα: «Φωτοαυτοβιογραφία» της συλλογής «Η Λέσχη του Χρόνου», εκδ. Πλέθρον 1994).

Είναι αυτή η κοινή βαθειά ρίζα της οντολογικής εμπειρίας ανάμεσα στον στοχαστή και τον ποιητή, η οποία αβίαστα προκύπτει από την ανάγνωση του συγκεκριμένου ποιήματος, που άμεσα δημιουργεί τη νοηματική συνήχηση των υψιπετών φιλοσοφικών σπαραγμάτων του Ηράκλειτου με τους εικονοπλαστικούς αιχμηρής λυρικής αμεσότητας στίχους του ποιητή. Επιπλέον το κοινό τους οντολογικό υπόβαθρο επιτρέπει τη συνάντησή τους στα κράσπεδα του χρόνου και την κριτική προσέγγιση του ποιήματος συνυφασμένη με συγκεκριμένες ρήσεις του Ηράκλειτου στο πλαίσιο βέβαια μιας νοηματικά αμοιβαίας εμβάθυνσης.

Η άδηλη μουσική της χρονικής δομής του ποιήματος

Έδαφος αυτής της υπό ανάλυσης συνήχησης του ποιήματος «Το βασίλειο της Σιωπής» με τα αποφθέγματα του Ηράκλειτου αποτελεί ο κεντρικός θεματικός άξονας του ποιήματος, ο χρόνος, στην ειρκτή του οποίου υφαίνεται το δίπολο Λόγος/ Σιωπή, δηλαδή ο παγιδευμένος στη ροή του χρόνου Λόγος, ο οποίος τη στιγμή που αυξάνει ακραγγίζοντας - μέσα από τον οριακά απόντα από τον ίδιο του τον εαυτό ποιητή - το απροσπέλαστο πραγματικό, εκρήγνυται («… τα ονόματα πριν εκραγούν …») και σβήνει στη σιωπή. Επιβάλλεται λοιπόν η σύντομη προσέγγιση της χρονικής δομής του ποιήματος, η οποία στηρίζεται σε μια μουσική συνθετική αρτιότητα τεσσάρων ασύμμετρων χρονικών ρυθμών - της πορείας ανοδικής ή καθοδικής (;) των λέξεων που είναι και πορεία του ποιητή στο εσωτερικό του εαυτού του - αδιαίρετων με αναπαραστάσεις χώρων/ τοπίων ψυχικών.

α. Χρόνος αργός - σε σχέση με τον επόμενο χρονικό ρυθμό - καθώς η πορεία των λέξεων απλώνεται σε πέντε στίχους έως τον μέσο του έκτου και ο βραδύς ρυθμός τους δηλώνεται με φράσεις («Σε ανηφόρα … προχωρούν», «Κάθε βήμα πώς βαραίνει …»). Επιπλέον η πορεία των λέξεων παρουσιάζεται ως κίνηση παγιδευμένη «… στην πλεκτάνη αεικίνητου εδώ …!» σε ένα απροσδιόριστο ψυχικό τοπίο.

β. Επιτάχυνση του  χρόνου καθώς η στιγμή - που οι λέξεις με την προσφορά τους αναδύονται στην κορυφή του εαυτού - συμπυκνώνεται σε μία μόλις σύντομη φράση «Όπου … κοιλιά τους», ενώ επιπλέον εισάγει μια απουσία χρόνου εκφρασμένη με μια εικόνα αιφνίδιας απορρύθμισης «… ρολόι βηματίζει τρελά …» που αποτελεί προοίμιο σ’ ένα άχρονο παρόν (επόμενος χρονικός ρυθμός).

γ. Άχρονο παρόν παρατεινόμενης χρονικά αόριστης διάρκειας «Λίγες μόνο …/ λίγες μόνο στιγμές τα ονόματα πριν εκραγούν» αποκάλυψης της οντολογικής εμπειρίας άμεσα συνυφασμένης με τη συναίρεση των χωρικών ορίων του εσωτερικού (οι λέξεις με την προσφορά τους αναδυόμενες απ’ τον εαυτό: «Σπόρους πλάνης … για δείπνο») με τον εξωτερικό κόσμο (η ανταπόκριση της αυγής: «Σε πρελούδιο … φασκιώνει»).

δ. Χρόνος αιωνιότητα ως κενή παρουσία και χώρος ευρύς διεσταλμένος χωρίς ορατά όρια, ανοίκειος χωροχρόνος – εντός του οποίου απλώνει την επικράτειά του το άχρονο παρόν – κατειλημμένος από το βασίλειο της σιωπής «… και στο χώρο απλωθεί το βασίλειο της Σιωπής».

Ανάμεσα στους τέσσερις αυτούς χρονικούς ρυθμούς παρεμβάλλονται επιβραδύνσεις χρόνου - είτε με τελείες ανάμεσα στους στίχους που συνιστούν σύντομες παύσεις/ σιωπές, είτε με αποσιωπητικά που δηλώνουν πιο βαθιές κοιλότητες σιωπής (π.χ. «Όπου … στην κορυφή», «Λίγες μόνο … λίγες μόνο στιγμές», «αεικίνητου εδώ … !») - οι οποίες υποτάσσουν τη ροή του λόγου στη βιο-οντολογική εμπειρία του ποιητή. Μέσα σ’ αυτές τις σιωπές εγείρονται οι λέξεις («ονόματα»), εύθραυστοι όγκοι οι οποίοι στο τέλος εκρήγνυνται εντός της άπειρης ανείπωτης σιωπής ενός ανοίκειου χωρίς όρια χωροχρόνου. Είναι όμως ο συντονισμός αυτών των ασύμμετρων χρονικών ρυθμών και των κοιλοτήτων σιωπής με τις βιοσυναισθηματικές ταλαντώσεις που προκαλούνται από τα μύχια της ψυχής του ποιητή, που προσδίδει στο ποίημα τον συνεκτικό ιστό μιας μουσικής ολότητας, για να ακουστεί, όσο αυτό είναι εφικτό, ανάμεσα στις λέξεις, στις σιωπές και στη θραύση των στίχων, η ανάκληση της πάντα ρέουσας υπεκφεύγουσας μουσικής της ύλης του χρόνου, «της λήθης του “είναι”» σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, όταν πλέον η πραγματικότητα έχει αποσυρθεί («…τα ονόματα πριν εκραγούν …») από τον ορίζοντα των ανθρώπων. Αυτή την εμπειρία άλλωστε καταθέτει ο ποιητής Τάσος Μπέσιος και στο ποίημα “Finis musicae” (από τη συλλογή «Αιφνίδιων ήχων φως», εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2020):

             

Finis musicae


Κι αν τα πουλιά εγκαταλείψουν τον ορίζοντα

κι αν οι ωκεανοί παγώσουν

κι αν οι ορχήστρες

σε στριγγό συριγμό φυλακιστούν

κι αν τα φύλλα τελεσίδικα

προσγειωθούν στο πέτρινο χώμα

κι αν τα γυναικεία βήματα

στο νυχτερινό πλακόστρωτο

σιγήσουν… Ακόμη και τότε

η μουσική θα αντηχεί …

αν γενναία τα ώτα

και τα μάτια της ψυχής ευήκοα.


Μετά από τη μικρή αναφορά στη συνοχή των τεσσάρων ασύμμετρων χρονικών ρυθμών, εισερχόμαστε στον πυρήνα της θεματολογίας, στην ανάλυσή τους, στο πλαίσιο της οποίας θα επιχειρηθεί η αμοιβαία νοηματική προσέγγιση/ απόκλιση του ποιήματος «Το βασίλειο της Σιωπής» με τις ρήσεις του Ηράκλειτου.

α) Χρόνος αργός

«Εκεί – εδώ/ το ίδιο σημαδεύουν/ τετραγωνικό.»

(Τάσος Μπέσιος, από το ποίημα «Συγκρατούμενοι»

της συλλογής «γεγονότα σιωπής», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2013)


Στο πρώτο πλάνο τα βήματα των λέξεων εμφανίζονται βαριά μέσα στο φθινοπωρινό μελαγχολικό τοπίο της ψυχής, επισφαλή «Σε κυλιόμενο διάδρομο όπως.», αλλά αποφασιστικά και επίμονα « … προχωρούν», υποτάσσοντας το βιολογικό ρυθμό εισπνοής/ εκπνοής εκφοράς του λόγου στον διακοπτόμενο ασθμαίνοντα ρυθμό της κοπιώδους προσπάθειας, κάτι το οποίο διαπιστώνεται από τη θραύση της συντακτικής δομής (το «όπως» βρίσκεται μετέωρο στο τέλος της φράσης). Η πορεία όμως αυτή των λέξεων εμφανίζεται διφορούμενη: η κίνηση είναι ανοδική ή καθοδική; Πρόκειται όμως για κίνηση; Ή για μια παράδοξη ταυτόχρονη ισχύ κίνησης/ ακινησίας - πάντως όχι ως διαλεκτική ενότητα σύνθεσης των αντιθέτων - χωρίς να αποκλείει η μία την άλλη; 

Προφανώς οι όροι της διάζευξης κίνηση/ ακινησία ισχύουν ταυτόχρονα χωρίς να αποκλείει ο ένας τον άλλο: πρόκειται για μια διηνεκή προσπάθεια μιας εσωτερικής χωρίς τέλος χρονικότητας - όπως δηλώνουν τα αποσιωπητικά στο τέλος του τρίτου στίχου – διακύβευμα της οποίας είναι να συλληφθεί μια εφήμερη παρουσία που κείται στο πυκνό δίχτυ από νύχτα και σιωπή που η απουσία υφαίνει. Μια απούσα παρουσία1, πάντοτε έκκεντρη υπεκφεύγουσα προς την οποία τείνουν οι λέξεις, άλλοτε πλησιάζοντας, άλλοτε απομακρυνόμενες, κάνοντας τα βήματα ολοένα και πιο βαριά, δίνοντας έτσι την εντύπωση μιας ειρκτής ατέρμονων κύκλων στην επικράτεια ενός ακατάλυτου «εδώ» - «Κάθε βήμα/ πώς βαραίνει στην πλεκτάνη αεικίνητου εδώ …!» - ενός ψυχικού χώρου με ασαφή περιγράμματα ή ακόμα χωρίς όρια.

Όλη η παραπάνω οντολογική εμπειρία ουσιαστικοποιείται σε δύο λέξεις, «αεικίνητο εδώ» - που παραπέμπουν στο «… οὔτε στάση οὔτε κίνηση.» (Burnt Norton του Τόμας Έλιοτ) – και οι οποίες συμπυκνώνουν με άμεσο τρόπο  τον προβληματισμό για την κίνηση/ ακινησία όπως εκφράζεται στους πολύ δυνατούς στίχους του Τ. Σ. Έλιοτ (Burnt Norton, Τέσσερα Κουαρτέτα, μετάφραση Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2012):

Στό ἀκίνητο σημεῖο τοῦ κόσμου πού γυρίζει. Οὔτε σάρκα οὔτε 

μή σάρκα·
Οὔτε ἀπό οὔτε πρός· στό ἀκίνητο σημεῖο, ἐκεῖ εἶναι ὁ χορός,
ἀλλά οὔτε στάση οὔτε κίνηση. Καί μήν τό ὀνομάσεις 

μονιμότητα,
ὅπου συγκλίνουν παρελθόν καί μέλλον. Οὔτε κίνηση ἀπό 

οὔτε πρός,
οὔτε ἄνοδος οὔτε πτώση. Χωρίς τό σημεῖο, τό ἀκίνητο σημεῖο,
δέν θά ὑπῆρχε ὁ χορός, καί ὑπάρχει μόνο ὁ χορός.
Μπορῶ μόνο νά πῶ, ἐκεῖ ἔχουμε βρεθεῖ:

ἀλλά δέν μπορῶ νά πῶ ποῦ.
Καί δέν μπορῶ νά πῶ, γιά πόσο, γιατί αὐτό σημαίνει

νά τό τοποθετήσω στόν χρόνο.


Επιστρέφοντας στο ποίημα του Τάσου Μπέσιου, όσον αφορά την κατεύθυνση των λέξεων, η κίνηση είναι ταυτόχρονα ανοδική («Σε ανηφόρα …») αλλά και καθοδική («… σε εσοχές μακρινές, σε εποχές εαυτού/ σκοτεινά φωτισμένες.»), ατέρμονη πτώση στο απώτερο παρελθόν, στα άγνωρα και χωρίς πέρατα βάθη της ψυχής.

 «Ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο, πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει.» (Τα πέρατα της ψυχής δε θα βρεις προχωρώντας, όσο μακριά και αν σε φέρει ο δρόμος σου· τόσο βαθύ λόγο περιέχει.), αναφέρει ο Ηράκλειτος στη δική του πορεία με τις λέξεις.

Όμως οι λέξεις στα άγνωρα βάθη της ψυχής επιμένουν, τα βήματά τους μικροί διακοπτόμενοι αναλάμποντες πυρήνες φωτός - «Κάθε επόμενο βήμα της στιγμής το φλασάκι φωτίζει …» - είναι στιγμές, άρα χρόνος που σκάβει στα βάθη της ύπαρξης, ανοίγοντας χώρους/ ορίζοντες, («Ο χρόνος είναι ο χώρος μας» γράφει ο ποιητής Τάσος Μπέσιος στο ποίημα «Η Χώρα του Χρόνου», από τη συλλογή «Η Λέσχη του Χρόνου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1994), ανοίκειους, απροσπέλαστους, ανέγγιχτους, σκοτεινούς, στην προσπάθειά τους να τους φωτίσουν. Οι ίδιες οι λέξεις/ λάμψεις είναι οντολογικός χωροχρονικός ρυθμός μιας πορείας στο πλαίσιο της οποίας το διφορούμενο της διάζευξης (κίνηση/ ακινησία) διασταυρώνεται με αυτό της κατεύθυνσης (κάθοδος/ άνοδος), τη στιγμή που (οι λέξεις) αναδύονται στην επιφάνεια «κορυφή» - η οποία θα μπορούσε να είναι και αντεστραμμένη («οὔτε ἄνοδος οὔτε πτώση.» γράφει και ο Τ. Έλιοτ στο Burnt Norton) - του εαυτού, έτσι που η άνοδος είναι και κάθοδος («… σε εποχές εαυτού …»).

«Ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή.» (Ο δρόμος που ανεβαίνει και ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ένας κι ο ίδιος δρόμος) Ηράκλειτος.

β) Από τον αργό χρονικό ρυθμό στην επιτάχυνση του χρόνου

«χρόνος …/ χρόνος βουβός/ χρόνος τρελός/ χρόνος τυφλός/ και άγριος/ αποψιλώνει/ το πεδίο/ από συμμετρίες/ και ονόματα»

(Τάσος Μπέσιος από το ποίημα «5 επάλληλα δεσμωτήρια»

από τη συλλογή «φυλακές απόπειρες» εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2016)


Το διφορούμενο κίνησης/ ακινησίας και της κατεύθυνσης (άνοδος/ κάθοδος) στον χώρο εισάγει μια απουσία χρόνου. Είναι η στιγμή που ο βαρύς αρχικά βηματισμός των λέξεων μεταβάλλεται, ο βιοσωματικός ρυθμός υποτάσσεται καθαρά στο ρυθμό της οντολογικής ποιητικής εμπειρίας και με μια βαθιά ανάσα - δηλωτική της οποίας είναι τα αποσιωπητικά που ακολουθούν το «Όπου …» στον έκτο στίχο - ο χρόνος ελαφρά επιβραδύνεται. Όμως αίφνης όταν οι λέξεις φτάνουν στην «κορυφή» του εαυτού ο χρόνος σαν καταιγίδα ξεσπά και ραγδαία επιταχύνεται. Τότε ακαριαία, σαν «Τα εύκαμπτα ρολόγια» του Νταλί2, ο συμβατικός, κοινωνικός, μηχανικός χρόνος των ρολογιών και ο βιολογικός καταλύονται και αναδύεται ο άλεκτος («… ήχος χωλός …») οντολογικός χρόνος ως απουσία χρόνου3 («Όπου … στην κορυφή το δικό τους/ ρολόι βηματίζει τρελά και ήχος χωλός αντηχεί/ στην κοιλιά τους.») που αποτελεί προοίμιο στο άχρονο παρόν που ακολουθεί.

γ) Άχρονο παρόν

 «Απέραντο Τώρα…/ Πόσο λίγο διαρκείς!/ Και πώς καταφέρνεις/

να μας φοβίζεις/ να μας πληγώνεις/ να μας σκοτώνεις/

να μας ξεχνάς/ να μας τραγουδάς.»

(Τάσος Μπέσιος: ποίημα «Απέραντο Τώρα»,

από τη συλλογή «φυλακές απόπειρες», εκδ. Εκάτη, Αθήνα)


Παράλληλα στο πλαίσιο αυτής της εμπειρίας της απουσίας χρόνου, τα βάθη της ψυχής αγγίζοντας τη σιωπή - «λέξεις μικρές»: οιονεί σημασιολογικές μονάδες, «στα φτερά τους»: λέξεις πουλιά, ζωικές χωρίς ομιλία αφού άδουν με «ήχο χωλό» και λέξεις «μωρά»: νήπιες (νη + έπος = απουσία λόγου) - εμπεριέχουν τόσο ηρακλείτειο «βαθύ λόγο» ο οποίος μας ξαφνιάζει με την οντολογική αλήθεια που εκφέρεται: «Σπόρους πλάνης και σταγόνες/ βροχής λέξεις μικρές στα φτερά τους προσφέρουν/ για δείπνο».

Οι λέξεις έτοιμες να πετάξουν («στα φτερά τους»), ελάχιστα κρατημένες από το λεπτό νήμα κάποιου βαθύτερου εαυτού - «Πυκνή σκιά ο εαυτός» γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Εγώ - Εαυτός» της παρούσης συλλογής - παρουσιάζονται ανάλαφρες, προσφέροντας στο βλέμμα και στην ψυχή του αναγνώστη και καλώντας τον να συμμετάσχει σαν σε «κοινωνία», το πιο πλούσιο ελάχιστο των δώρων τους: μια γεύση ματαιότητας «Σπόρους πλάνης» και την ύλη μιας προ-γλωσσικής εμπειρίας «σταγόνες βροχής», ένα ελάχιστο φυσικής δροσιάς ή ίσως λίγη υγρασία της ψυχής του ποιητή, ψήγματα μιας εσωτερικής οδύσσειας.

Η αυγή τότε, που έπεται της νυχτερινής πορείας των λέξεων στα μύχια της ψυχής, αυτοστιγμεί συγκινείται και αναγεννάται μητρική και καταγωγική, καθώς άμεσα συγκατανεύει στοργικά, περιθάλποντας («σαν μωρά τους φασκιώνει») τις λέξεις και την προσφορά τους. Έτσι ενώνεται μαζί τους τυλίγοντάς τες στο απαλό φως της. Είναι η στιγμή που η αναμονή ενός αποκαλυπτικού γεγονότος συγκρατεί την ανάσα και επιβάλλει σιγή. Ακριβώς την ώρα αυτή φύεται το «είναι» και η φράση του Ηράκλειτου - η οποία προειπώθηκε στην αρχή της παρούσας μελέτης - «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ», επιβεβαιώνεται, στο πλαίσιο όμως της πιο οντολογικής ριζικής αντινομίας, καθώς η πραγματικότητα («φύσις») εμφανίζεται λίγο πριν αποσυρθεί στο κενό της απουσίας της.

Αυτή η στιγμιαία αποκάλυψη του πραγματικού συμβαίνει όταν τα όρια του εσωτερικού με τον εξωτερικό κόσμο απαλείφονται, καθώς οι λέξεις, σπαράγματα σιωπής («σαν μωρά», «ήχος χωλός αντηχεί στην κοιλιά τους»), ενώνονται τελικά με την ουσία/ πυρήνα του φωτός, εντός του οποίου – αποκαθαρμένες από τις χρηστικές, λειτουργικές, επικοινωνιακές σημασίες - αποκτούν μια προγλωσσική διαύγεια, την πρωτόλεια λάμψη («Σε πρελούδιο χρυσό») της χαραυγής του κόσμου, λάμψη του πραγματικού («φίλος της νύχτας, πρωταίτιος της μέρας» γράφει ο Μαντελστάμ4). 

Φως νοητό - «Λήσεται μὲν γὰρ ἴσως τὸ αἰσθητὸν φῶς τις, τὸ δὲ νοητὸν ἀδύνατον ἐστιν, ἢ ὡς φησιν Ἡράκλειτος· τὸ μὴ δῦνόν ποτε πῶς ἂν τις λάθοι;» (Θα ξεφύγει ίσως κανείς από το αισθητό φως, αλλά είναι αδύνατο να ξεφύγει από το νοητό. Ή, όπως λέει ο Ηράκλειτος, πώς κανείς να κρυφτεί από αυτό που δεν δύει ποτέ;) - καθώς ποτέ δεν έδυσε, αφού βρίσκεται πάντα εκεί όταν τα τείχη του έσω και του έξω κόσμου οριακά καταλύονται. Φως προοντολογικό, αληθινό, αρχέγονο, το πιο παλαιό και ταυτόχρονα αναγεννημένο φως της αυγής «Όλα θα γίνουν πάλι και όλα υπήρξανε παλιά,/ για μας γλυκιά ’ναι μόνο η πρώτη γνωριμιά.» γράφει ο Μαντελστάμ5.  Μια επανάληψη του πιο παλαιού σε ένα «τώρα» ως άχρονο παρόν.  Ένα «τώρα» που όμως λίγο διαρκεί υποταγμένο καθώς είναι στη ροή του χρόνου - «Ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ καθ' Ἡράκλειτον» (Δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, κατά τον Ηράκλειτο) - πριν σβήσει στο άπλετο και αδιάκριτο φως της επερχόμενης μέρας ή και ακόμα στο τεχνολογικό/ βιομηχανικό και διαφανές φως της εικονικής πραγματικότητας που διαγράφει τις διαφορές και όλα τα εξομοιώνει (Τάσος Μπέσιος: «Από στιγμή σε στιγμή/ ο τερατώδης λαμπτήρας/ θα ανατείλει/ και η πραγματικότητα/ θα παραδοθεί στη λογοτεχνία/ των μηχανουργών.// Ετοιμάζονται/ τα μάτια να φλυαρήσουν/ η ψυχή να σωπάσει.», από το ποίημα «Οδυνηρό Ξημέρωμα» της συλλογής «Οντομηχανές», εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 2005)

Πλάνη η λάμψη του πραγματικού; Πλάνη αλλά ταυτόχρονα και αλήθεια, καθώς σ’ αυτό το ποίημα το πραγματικό ακτινοβολεί και ακινητεί στο χώρο παγώνοντας στο πλαίσιο μιας παρατεινόμενης απροσδιόριστης χρονική διάρκειας - όπως δηλώνουν εμφατικά η διπλή επανάληψη της λέξης «λίγες» και τα αποσιωπητικά ανάμεσά τους - την ηρακλείτεια ροή του χρόνου:

«Λίγες μόνο …/ λίγες μόνο στιγμές τα ονόματα πριν εκραγούν/ και στο χώρο απλωθεί το βασίλειο της σιωπής»

δ) Χρόνος αιωνιότητα

«Ό, τι απομένει/ είναι χρόνος/ χωρίς όνομα.»

(Τάσος Μπέσιος, από το ποίημα «Ανώνυμος Χρόνος»

της συλλογής «Οντομηχανές», εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 2005)


Συνοψίζοντας, οι λέξεις φτάνοντας στις πιο βαθιές απολήξεις του εαυτού, στους πιο μακρινούς ορίζοντες - «Σε μακρινό ορίζοντα αποτεφρώνεται ο χρόνος.» γράφει ο Τάσος Μπέσιος στο ποίημα «Κυνηγημένη πραγματικότητα» της συλλογής «Αιφνίδιων ήχων φως», εκδόσεις Εκάτη - έως εκεί που ταυτίζονται η απουσία χρόνου και η απαλοιφή των συνόρων του εσωτερικού με τον εξωτερικό κόσμο, αποκάλυψαν τον ανέστιο, άπειρο, κενό χρόνο και τον ανοίκειο χωρίς ορατά όρια χώρο ως ανεξάντλητες εξωτερικότητες που όμως μέσα μας ενδιαιτούν και αποικίζονται από τη χωρίς τέλος σιωπή και νύχτα. Σε αυτή τη χωρίς τέλος σιωπή και νύχτα αναδύθηκε ο Λόγος/ φως, ο οποίος πριν σβήσει, καθιστώντας τες διάφανες παρουσίες στο πλαίσιο της πιο λεπτής ισορροπίας, λάμπει φωτίζοντας την αρχέγονη και ακατάλυτη διάστασή τους και αναδεικνύοντας έτσι το μέγεθος της χωρίς λύτρωση τραγικότητας6 του ανθρώπου.

Στο σημείο αυτό μπορούμε να παρεμβάλλουμε τη ρήση του Ηράκλειτου:

«Ψυχῆς ἐστι λόγος ἑαυτὸν αὔξων.» (Στην ψυχή ανήκει ο λόγος που αυξάνει από τον εαυτό του)

Πράγματι ο ποιητής Τάσος Μπέσιος οριακά απών από τον ίδιο του τον εαυτό με διασταλμένη την ψυχή ορά και ακροάζεται ως ηχείο -«Και οι λέξεις …/ απ’ το ηχείο τους γλιστρούν μακριά/ αργά …. συντεταγμένα/ …/ Μα πάντα αφήνουν πίσω/ άγημα επιφωνημάτων/ τιμής ένεκεν/ για το παράξενο ηχείο/ που τις φιλοξένησε …» από το ποίημα «Απομακρύνσεις» της συλλογής «φυλακές απόπειρες», εκδόσεις Εκάτη - το βηματισμό των λέξεων που από τον δίχως πέρατα άγνωρο κόσμο της ψυχής αναδύονται και συγκρατεί όσες το Λόγο αυξάνουν έως τις παρυφές της άφατης οντολογικής εμπειρίας του «βασιλείου της Σιωπής».

Αυτός όμως ο Λόγος μέσα μας απόθεσε την ακτινοβολία του και ως παρατεταμένος μουσικός παλμός ενός αιώνιου παρόντος αντήχησε και δόνησε τις ψυχικές χορδές. Είναι λοιπόν η σαγήνη του αιχμηρού λυρισμού της ποίησης αυτής που ανυψώνει τον αναγνώστη και τον ωθεί να ισορροπεί συγκινημένος, πάνω από το έρεβος αυτής της χωρίς τέλος σιωπής, ανάμεσα στο οξύ συναίσθημα της μελαγχολίας και την έντονη απόλαυση που αντλεί - απαλύνοντας για λίγο την αίσθηση ματαιότητας - από την, εντός του ερέβους, λάμψη του φωτός.

Κορυφαία στιγμή συγκίνησης, των άλυτα διαπλεγμένων αυτών συναισθημάτων - που μόνο στην υψηλή ποίηση συναντώνται - συμπυκνωμένη με τον πιο άμεσο τρόπο στον στίχο του ποιητή «Και … βραδέως θλίψη ιαματική ανατέλλει» (από το ποίημα του Τάσου Μπέσιου «Η χυδαιότητα του γράφειν», της συλλογής «Αιφνίδιων ήχων φως»).

Σκαραμαγκάς Νίκος, Κοινωνιολόγος


Παραπομπές

1. Για τη σχέση παρουσίας απουσίας γράφει ο ποιητής Τάσος Μπέσιος στο ποίημα «Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΠΡΟΤΙΜΗΤΕΑ  Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ»:

«Γιατί οι αλλόκοτες/ κρεμάστρες της απουσίας/ για χρόνο αιφνίδιο/ στήνουν στα πόδια του/ εφήμερο ένα στρατό/ με τα κοστούμια/ της παρουσίας.» από τη συλλογή «γεγονότα σιωπής», εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2013.

2. Ο Νταλί αργότερα ονόμασε τον πίνακα «Η εμμονή της μνήμης», ο οποίος εκτίθεται στο ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης.

3. Ο Τ. Έλιοτ στο απόσπασμα που παραθέσαμε εκφράζει αυτήν την απουσία χρόνου ως αδυναμία τοποθέτησης στο χρόνο: «Μπορῶ μόνο νά πῶ, ἐκεῖ ἔχουμε βρεθεῖ:/ ἀλλά δέν μπορῶ νά πῶ ποῦ./ Καί δέν μπορῶ νά πῶ, γιά πόσο, γιατί αὐτό σημαίνει/ νά τό τοποθετήσω στόν χρόνο.»

 

4. Από το ποίημα «Η πλάκα και το κοντύλι», στο βιβλίο «Οσίπ Μαντελστάμ – Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι», μετ. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2008 (μέρος πρώτο, σελ. 73 – 74).

5. Από το ποίημα «Tristia» στο βιβλίο «Όσιπ Μαντελστάμ - Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι» μετάφραση Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2008)

6. Στο πλαίσιο του διαλόγου ανάμεσα σε ισχυρούς ποιητές σχετικά με το ακραίο όριο της εμπειρίας της απώλειας κάθε πεπρωμένου για τον άνθρωπο, άμεσα συνυφασμένου με τη σιωπή του ανοίκειου άπειρου χωροχρόνου, παραθέτουμε τους στίχους από το ποίημα «TRISTIA» (1917) από το βιβλίο «Όσιπ Μαντελστάμ - Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι», μετάφραση Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2008:

«Χρυσόμαλλο δέρας, πού είσαι, χρυσόμαλλο δέρας;

Σ’ όλη τη διαδρομή κύματα βογκάγανε μόνο

κι αφήνοντας το καράβι, που τόσα κέρδισε όσα χάρισε στα πανιά

                                                                                ο αέρας,

εγύρισε ο Οδυσσέας γιομάτος χώρο και χρόνο»


Πιο συγκεκριμένα, «Το βασίλειο της Σιωπής» -στο ίδιο οντολογικό μήκος κύματος με τον Οδυσσέα στους παραπάνω στίχους του Μαντελστάμ, ένα όνομα κενό από ψυχολογικές, βιωματικές συνιστώσες, γεμάτο μόνο με τον απροσδιόριστο χωροχρόνο- μπορεί να διαβαστεί σαν μια εσωτερική Οδύσσεια που μας φέρνει τραγικά αντιμέτωπους με τις οριακές συνθήκες του χώρου και του χρόνου, με το άπειρο οντολογικό βάθος του κενού, χωρίς τη λύτρωση του νόστου.


*In Memory of George Dyer, 1971, Francis Bacon
**Χρησιμοποιήθηκε ως εξώφυλλο στο βιβλίο του Τάσου Μπέσιου "Η λέσχη του χρόνου" (εκδ. Πλέθρον, 1994) 


Στάθης Καββαδάς

*Ο Στάθης Καββαδάς γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπουδασε Κοινωνιολογια στη Γαλλια και τις ΗΠΑ. Ποιητικά βιβλία: Το τσιμεντένιο άγαλμα της Α...