Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Κουντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Κουντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Τηλεφωνικός θάλαμος, Βιβλιοκριτική

Να δηλώνουν αποχαιρετισμό
Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος //


«Τηλεφωνικός Θάλαμος»  Βασίλης Κουντζάκης, εκδόσεις Εκάτη

 

Είναι πάντα στη συνήθεια των πραγμάτων να ακολουθούν τη σειρά τους. Η νύχτα που πέφτει, τα λάφυρα της κόπωσης. Αν δεν υπήρξε ποτέ η ποίηση θα τα λέγαμε εφόδια, αν δεν υπήρχαν στίχοι, τα τραγούδια ο κόσμος θα ‘χε συντριβεί από το βάρος των ενοχών του.

Έτσι έγινε και τότε. Ο κόσμος μια γερασμένη φιγούρα, ο άνεμος φυσούσε τα λευκά μαλλιά του. Στάχτη και χιόνι, μα είναι κάτι να προσέρχεσαι ανυποψίαστος στα ποιήματα. Και να μοιράζεσαι την ατμόσφαιρα που διαμορφώνουν οι διαλεχτές λέξεις του ποιητή Βασίλη Κουντζάκη, από την μετρημένη σε ποιήματα και πληθωρική σε αισθήσεις και μνήμη, συλλογή των εκδόσεων Εκάτη.

Είναι εκείνο το παλαιό κατάστημα χτισμένο στα υποδόρια της 3ης Σεπτεμβρίου. Απέναντι από το αλλοτινά, μοντέρνο θαύμα της brand new Αθήνας που θα έλεγε και η Μαλβίνα, λειτουργεί αδιαλείπτως το κατάστημα των εκδόσεων, ένας από τους τελευταίους χώρους όπου λαμβάνει χώρα, αν το θελήσει κανείς, η μυσταγωγία με τη λογοτεχνία. Ένα ανεξάντλητο υλικό, εκδόσεις από πολλές και διάφορες περιόδους, ποιητές από κάθε γωνιά του κόσμου, σπάνια βιβλία, όλα επιζούν στο βάθος του ημιυπόγειου μαγαζιού που μοιάζει με μια κιβωτό της Αθήνας. Η τελευταία ξεφτίζει παντού, τη σαρώνει μια βροχή και πάει, αυτό ήταν. Το είπαν οι ποιητές, μια μέρα η πόλη θα πάρει το δρόμο τ’ουρανού, μαζί με τις εκκλησιές και τα μπορντέλα της, μαζί με όλα της τα θαύματα και τις αχρειότητες θα πετάξει η πόλη.

Η ξαφνική γιορτή – φόντο αυτής εδώ της ιστορίας που θέλει να χωρέσει το αδύνατο- στήθηκε με αφορμή , λέει , μια χούφτα ποιήματα που τραβούν το χρόνο μες σε ένα αβέβαιο παρόν. Όλα στάθηκαν ψυφίδες μιας ευχάριστης συγκυρίας.

Κοίταξε τριγύρω του, αφήνοντας την παρουσίαση να εκτυλίσσεται με αναγνώσεις, σχόλια και παρατεταμένα χειροκροτήματα, σαν σχολιαζόταν κάτι που αφορούσε μια αίσθηση κοινή, απότοκο της στιγμής. Διότι αυτό κατόρθωναν οι υπερσυντέλικοι του Βασίλη Κουτζάκη και για αυτό αφοσιώθηκαν με όλη τους την ουσία, σε κάτι περιγράμματα, σε παράθυρα, ξύλα, σε κατασκευές των αγγέλων. Πώς συνοψίζει κανείς την ομορφιά, δεν είπε ποτέ κανείς. Πώς βάζει την ιδέα στα χείλη των ανθρώπων, δεν τ’ομολόγησε κανείς πώς και αν τάχα να γίνεται με τρόπο άλλον, διαφορετικό από την ποίηση. Στίχοι που αναλύουν το στιγμιαίο και το εξατμιζόμενο, λήθη, νοσταλγία, σκουριά, το περίφημο οξείδιο του Λόρκα, μια γεύση που μένει στο τέλος του ποιήματος. Όταν πέφτει το πέπλο φυσάει από χίλιες μεριές άρωμα αγιοκλήματος αμοιβαίας μελαγχολίας.

Η πόλη σε εκείνη τη γειτονιά ησύχαζε. Ως ψηλά επάνω, εκεί που χανόταν η ανηφοριά του δρόμου, πλανάται μια διακριτική ομίχλη, περισσότερο μοιάζει με την ανάσα του ποιητή που θολώνει τα τζάμια στις σελίδες της συλλογής του. Και πρέπει να αφεθείς, να αρνηθείς την εγκράτεια εκεί που πρέπει, να δέσεις το μεγάλο με το ανυπολόγιστο, έτσι που να φέγγει κάτω από το φανάρι του πνεύματος η αλήθεια. Το απλό είναι μυστήριο έγραφε στη συλλογή της Εκάτης και απέναντι ανάμεσα σε άλλα πολλά συνθήματα, έτσι που η τέχνη να επαληθεύει τον εαυτό της μες στη μελέτη της λεπτομέρειας, της συγκίνησης. Θαρρείς και αναγνώρισε για μια στιγμή εκείνη τη μεμβράνη τη διάφανη που σκεπάζει τον κόσμο. Όλα εφάνταζαν σαν μέσα σε φλοιό πένθους. Μας ευεργέτησε με τόσους πολλούς τρόπους ο Πάμπλο Νερούδα, τόσο τραγικός μες στη ζωή του την ίδια. Του φάνηκαν πως υπήρχαν παντού τριγύρω μαβιές και μαύρες σαν απολησμονημένοι συλλογισμοί, εικόνες και σκηνογραφίες. Ήταν ωραία η στιγμή εκείνη και ίσως κάπου να ξεχώρισε τη μυρωδιά του θυμαριού , ίσως να άκουσε το μαδριγάλι να παίζει, αμυδρά. Δεν θέλει θόρυβο η ποίηση, μόνον ελεύθερη να αγγίξει πρωτόγνωρες συχνότητες τη διαπασών της καρδιάς, της αίσθησης.

Έριξε μια ματιά στο βιβλίο που ‘χε στα χέρια του. Τώρα τα σχόλια πραγματεύονταν το ποίημα “Άδειες Καρέκλες”. Η φθορά έχει σαρώσει τα πράγματα και τις μορφές, ο κόσμος εκτείνεται ως πέρα, εκεί που κόβεται το βλέμμα, πλατύς σαν όχθη ποταμού. Ο ποιητής βάζει τους ίσκιους, κίτρινα βλέμματα ανθρώπων, με το χρώμα να’χει τη σημασία του. Με τούτα τα φίλτρα σμιλεύει με τις στάλες της βροχής, με μνήμες αποσπασματικές, σαν αρχαίο ψηφιδωτό, μισοειδωμένο τα πεδία των λέξεων του. Κάτι γλαφυρό, σαν γλυπτική των αισθήσεων με μια φράση μονάχα να συμβολίζει κάτι παραπάνω από τον χρόνο. Είναι κρυμμένη από τα μάτια μας η αιωνιότητα σε εκείνο το ποίημα. Όλα φαντάζουν δραματικά, μα θερισμένα από το χρόνο, ανομολόγητα, πικρά. Ήταν ο Πέιτερ που στοχάστηκε, φωνή βοώντος να ουρλιάζει, αφήνοντας πίσω μια προσευχή. Και ένα φως αιφνίδιο που δίνει μια άλλη διάσταση στα πιο τετριμμένα, στις κλειδώσεις των δαχτύλων, στην γλώσσα των σωμάτων, σε εκείνη που εμπιστεύεται η αίσθηση του ιχνηλάτη, η νοσταλγία εκείνου που θυμάται. Να μην ξέρω πόσος είναι ο χρόνος, μόνο να τον ορίζω έτσι που τα πάντα να ανανεώνεται μαζί με τα συμφραζόμενα και με τις λέξεις του ποιητή, παίρνοντας από την απλή εκδοχή της εικονογραφίας, μια καθαρή εντύπωση.

Αν δεν ήταν ποιητής συλλογίστηκε κοιτάζοντας από την αρχή τα ποιήματα, σαν να’ ταν άνθρωποι και να μην γύρευαν αναγνώσεις, θα ήταν μεγάλος ζωγράφος. Θα έπαιρνε λέει για μοντέλα του πράγματα και χαρακτήρες της απλής ζωής, με τόση φυσικότητα και λεπτότητα θα περνούσε πάνω από τα περιγράμματα, αποθεώνοντας το απλό που προστίθεται στο μεγάλο και το θαυμαστό. Έτσι θα’ ταν και το δικό του τ’ αντίδωρο. Του φάνηκαν περιορισμένα μέσα οι λέξεις, τίποτε σαν το μυστήριο του φωτός. Η πατίνα σε μια φωτογραφία, ίσως να’ ναι το φως που τρέφει το μήκος της ζωής μας, σκόρπιες αποχρώσεις αναλυμένου συναισθήματος. Παρηγορήθηκε μια στάλα μέσα του, βρήκε έναν λόγο για να υπάρξει και απόψε η ποίηση.

Θα ξεχώριζε και άλλα μα έπεφτε τώρα μια ησυχία. Και το πλήθος σκόρπιζε, όλα είχαν πάει καλά. Πήρε και εκείνος τον δρόμο της επιστροφής όταν ξέσπασε μια μπόρα καλοκαιρινή, από εκείνες τις αναπάντεχες που κανένα μοντέλο δεν προέβλεψε ποτέ. Είδε τον παλιό Τηλεφωνικό Θάλαμο και είπε να τρυπώσει εκεί. Σε λίγο η βροχή σταμάτησε και στο βάθος ξύπνησε κόκκινο χρώμα. Σαν να φάνηκαν οι αρμοί και όλα γύρω κλειστά. Του φάνηκε πως παντού στον κόσμο κυριαρχούσε το αγνοούμενο, το μη βλεπόμενο. Από το εσωτερικό του Τηλεφωνικού Θαλάμου η θέα ήταν ανεμπόδιστη και η μνήμη πεδίο βολής, παλιό και ναρκοθετημένο που θέλει όλη τη λεπτότητα στα βήματά σου. Τώρα πια είναι αδύνατο να ζήσει κανείς πολλές ζωές, να νιώσει τα βιβλία και τους ήρωες. Γράφει απεγνωσμένα ποιήματα, δεν θα φτάσουν πουθενά, δεν χωρούν πουθενά. Όλα γερνούν μέσα από τον Θάλαμο, όλα προς την πλευρά της λογικής. Στη σκουριά της εποχής το βιβλίο στα χέρια του έχει να αντιτάξει τα τριαντάφυλλα που πέφτουν απ’ τα μάτια. Κοιτάζει προς τις δυο πλευρές του δρόμου. Δεν είναι κανείς , η πόλη δεν έχει πρόσωπο, της το δανείζουν οι ποιητές και εμείς μαθαίνουμε να το θυμόμαστε και να το αγαπάμε. Έτσι όπως ψάχνει κάτι ασαφές, μοιάζει με την Εκάτη που ‘χει δυο εαυτούς για να πονέσει. Εκείνον που ζει και έναν άλλον που τραγουδά στίχους και λεπτομέρειες από αδειανούς αέρηδες.




Ο Βασίλης Κουντζάκης γεννήθηκε το 1983. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και στο Διαδίκτυο, στο οποίο και διατηρεί την ιστοσελίδα “Ακάλυπτος Χώρος”. Αυτή είναι τρίτη ποιητική συλλογή του.

Άλλα έργα του:

Δίχως Όνομα, 2015, Εκάτη
Το απέναντι κάθισμα, 2020, Εκάτη
Τηλεφωνικός Θάλαμος, εκδ. Εκάτη


*Από την ιστοσελίδα: www.fractalart.gr (Fractal-Η γεωμετρία των ιδεών)

https://www.fractalart.gr/tilefonikos-thalamos/


Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Βασίλης Κουντζάκης, Μνημεία επαφής

*Από το προφίλ του Βασίλη Ζηλάκου στο FB

Ένα σημείωμά μου (ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, ΤΧ.190) για την τελευταία ποιητική συλλογή του Βασίλη Κουντζάκη, ενός εκ των πιο γόνιμων και ειλικρινών δημιουργών της γενιάς μου, που εξέδωσε προχθές ένα πολύ ενδιαφέρον τετράπτυχο με τα  πιο τελευταία ποιημάτά του (MNHMEIA EΠAΦΗΣ),  αλλά κι ένα μικρό εργάκι που είχα φτιάξει σε χαρτί πριν πέντε χρόνια και το οποίο του  είχε αρέσει πολύ.  

Αγαπητέ Βασίλη, συγχαρητήρια για τη νέα έκδοση

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

ΤΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΘΙΣΜΑ είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του Βασίλη Κουντζάκη(γεν. 1983) και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκάτη. Προηγήθηκε η συλλογή   "Δίχως όνομα το 2015 από τις ίδιες εκδόσεις. Το βιβλίο περιλαμβάνει 27 ποιήματα. Ένα σύντομος κατάλογος σημειώσεων όπου ο ποιητής αναφέρει δάνεια και παραφράσεις στίχων, αγνώστων ελλήνων ποιητών, ολοκληρώνει το βιβλίο. Στεκόμαστε σ’ αυτό το σημείο για να δείξουμε τόσο τη δεοντολογική εντιμότητα του γράφοντος όσο και την ποιητική του «μόρφωση» που αναδιπλώνεται γύρω από την αφανή μα φορές ανεκτίμητη εγχώρια ποιητική παράδοση. Όταν αυτή η μαθητεία δεν γίνεται δογματικός προσανατολισμός αλλά δημιουργική συνιστώσα, μαρτυρά σοβαρότητα , ειλικρίνεια και αυτογνωσία, πόσο μάλλον όταν ο αλιέας ποιητής ανοίγεται πέρα από τα χαρτογραφημένα ύδατα των «γνωστών»  ποιητών που με πιθανή εξαίρεση τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη «επιβλήθηκαν» στην κοινή συνείδηση  εξαιτίας των διαφόρων αιτημάτων του έθνους για πνευματική αναμόρφωση. Άλλωστε το επιτάσσει  αυτό η ιδιοσυγκρασία του Β.Κ. που δεν αγαπά να εμφιλοχωρεί σε «υψηλές» μυθολογίες, όπως αυτές σμίλεψαν και διατράνωσαν κάποιες παλαιότερες ποιητικές γενιές αλλά στο βίωμα. Στη σύλλογή του συναντάμε κάτι από την μυστηριακή  αισθαντικότητα του Ασλάνογλου, τον εσωτερικό μονόλογο του Βαρβέρη, του Μαρκόπουλου την επιμονή στην αστική και ανθρωποκεντρική γεωγραφία , ενώ το χρονικό ενός Ιωάννου γίνεται εδώ ποίημα. Το βίωμα όμως που προτάσσει δεν εγκιβωτίζεται στην ερωτική διαλεκτική ή πράξη, εν πολλοίς απόρροια της σκηνοθετικής δεινότητας του ποιητή,  αλλά γίνεται ψυχική (και λιγότερο διανοητική) αναμέτρηση με την βαθιά μας ύπαρξη.   
Η μοναξιά, ο κατατεμαχισμένος εαυτός, η νοσταλγία της πληρότητας, η (αστική) περιπλάνηση, η απώλεια μέσα στο χρόνο, η αβέβαιη οδοιπορία για παλινόρθωση είναι κυρίαρχα μοτίβα, το κρυμμένο, το ολότελα και για πάντα χαμένο και το μακρινό σημεία επόπτευσης του ποιητή. Μέσα σε όλα αυτά ο άνθρωπος ορίζεται ως μια φευγαλέα μετάβαση από το πλήρες στο κενό. Παραθέτουμε εδώ ορισμένα κοινά «σημεία». 1. Η ελλειπτική φράση του στίχου που οδηγείται σε αναγκαία παύση έτσι ώστε να ιχνογραφείται η ασθμαίνουσα και αγωνιούσα ψυχολογία του υποκειμένου. 2. Η διαλεκτική, απουσία διαλόγου, ανταλλαγή μεταξύ ενός «εγώ» και ενός «εσύ» . 3.Μία σχεδόν συλλογιστική αναδίπλωση του ποιητικού κράματος. 4.  Η έντονη αισθητοποίηση των εικόνων μέσω ικανότατων μεταφορών και παρομοιώσεων . 6. Η εσωτερίκευση των εξωτερικών εμπειριών που διαπεραιώνεται ξανά στο χώρο και τούμπαλιν δίχως όμως η σήμανση αυτών των εμπειριών να δίνει εύκολα τη σκυτάλη στην αφήγησή τους. 7. Οι λεπτεπίλεπτες και  ιδιαιτέρως επιδέξιες μεταβάσεις μεταξύ αντίθετων καταστάσεων. 8. Η απουσία σωτηριολογικών σχημάτων έτσι ώστε η  κάθαρση να επισυμβαίνει μέσα από το ίδιο το τραγικό σημαινόμενο αλλά και τη διαδικασία της γραφής.9. Η μεταγραφη της πράξης και της εξωτερικής γεωγραφίας σε εσωτερικό βίωμα. Ο Κουντζάκης σκηνοθετεί εκ των ένδον. 
Η ειλικρίνεια καθώς και ο αυστηρός έλεγχος της εικόνας (και της μεταχείρισής της ποιητικά) με γνώμονα την ένταση και την μετάπτωση του αισθήματος είναι οι σημαντικότερές αρετές του βιβλίου. Έχει κανείς την εντύπωση ότι το ποίημα δεν θα μπορούσε να γραφτεί διαφορετικά. Κυρίως καταστέλλεται ο υποκειμενισμός και η εγωκεντρική δυσχέρεια που πλήττουν θανάσιμα την ποίηση,  δεν χάνεται όμως το υλικό κομμάτι της δημιουργίας αφού  ο Β.Κ. δεν υπηρετεί το ποίημα με αφηρημένες λεκτικές υπεκφυγές. Αντιθέτως έχουμε να κάνουμε με έναν ποιητή των μεγάλων συναισθημάτων, κάτι το σπάνιο δηλαδή  στις μέρες μας. Το σημείο της διάκρισής του είναι ότι διαθέτει γνήσια ποιητική ενόραση και επιδεξιότητα στο να εναρμονίζει το ρήμα με το  συναισθηματικό ζώπυρο χωρίς επιτηδεύσεις, αισθητισμούς, φλυαρίες και ψευτιές. 
Αυτή η ποίηση, βαθύτατα υπαρξιακή, που ωστόσο δεν υποκύπτει σε φιλοσοφικούς λυρισμούς ευρωπαϊκών ψευδομεταγγίσεων, είναι  κατά την ταπεινή μου γνώμη η αρτιότερη σύγχρονη μαρτυρία βιωματικής ποίησης.

Βασίλης Ζηλάκος



Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Τηλεφωνικός θάλαμος

Ένα μειδίαμα φυσά και πάλι τα μαλλιά
του γερασμένου κόσμου.

Β. Κουντζάκης, «Φωτοσύνθεση».

Εκεί που σταματάει η σιγή και ξεκινά ο λόγος, ο ποιητής μ’ όλες τις αισθήσεις του προτεταμένες ρίχνεται σε μία περιπέτεια αναψηλάφησης της κοινωνικότητας της αστικής συν-ομιλίας.
Το «εκεί» δηλώνει το μεταίχμιο στο οποίο βρίσκεται καθώς η (συν) ομιλία υποκαθιστά κατ’ επίφαση τη βουβή ατμόσφαιρα. Μέσα στο τηλεφωνικό θάλαμο στεγάζονται πληγές, ενδοιασμοί κινήσεων, ανολοκλήρωτοι ήχοι, ακροτελεύτιοι ψίθυροι.
Ο ποιητής καταγράφει και εποπτεύει το ανερμάτιστο της ανθρώπινης ομιλίας, για να υψώσει ένα μνημείο της σύγχρονης ερήμωσής μας.
Αν στην ποιητική του Βασίλη Κουντζάκη παραγράφεται εξαρχής και προγραμματικά ο ορίζοντας του μεγαλοποιημένου πόνου, ο λυρισμός δεν είναι ούτε χαμηλόφωνος ούτε μετριοπαθής. Αντιθέτως χαρακτηρίζεται από πληθωρισμό και εσωτερική ζωτικότητα που ελέγχεται μόνο μορφικά από το συμφραζόμενο. Δημιουργεί δε μια ποίηση που προσπαθεί να τιθασεύει το θέμα και να επικαλύπτει την πρωταρχική ύλη των γεγονότων όχι με στοιχεία περιγραφικά αλλά με τα εξπρεσιονιστικά θραύσματά τους. Η τάξη των ποιημάτων του είναι ολοκληρωτικά εσωτερική και αποστρέφεται την παράθεση. Έτσι η κύρια αρετή τους είναι η αφαίρεση, η περιεκτικότητα και η συμπύκνωση με εξαιρετικά ρωμαλέα, δηλαδή ευθύβολα ουσιαστικά.

Βασίλης Ζηλάκος

*  * 

ΠΡΟΠΟΔΕΣ

Πέφτει βροχή
χωρίς ήχο

Χαρτιά πλέουν
στον πάτο του πηγαδιού

Μπορείς επάνω τους
να δεις καθαρά
τον γενέθλιο τόπο

Ξερά χόρτα και θάμνοι
κομμένη πέτρα

στο βάθος
μια τρύπα φωτός.

Βασίλης Κουντζάκης, Τηλεφωνικός θάλαμος, εκδ. Εκάτη, 2024. 






Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

Βασίλης Κουντζάκης, Το απέναντι κάθισμα







Βασίλης Κουντζάκης, Βίωμα

*Ένα ποίημα από την ανέκδοτη συλλογή "Τηλεφωνικός θάλαμος" στο έντυπο "Ποιητές χωρίς ποιήματα" (Τεύχος 20 - Φθινόπωρο 2022).

ΒΙΩΜΑ 

Υπάρχει ακόμα το αίμα 
επίδοξων κυνηγών
μηνύματα, αρνήσεις των φίλων 
άνθρωποι που προσπαθούν 
να αποσπάσουν κάτι
ανάσες κολλημένες στο πλαστικό
στον μέσα κήπο φουντώνει 
η εικόνα του ακατόρθωτου
τα λόγια σου δεν είναι βγαλμένα 
από σκακιέρες ή παραμύθια
όσο κι αν παραμένεις ρομαντικός
για τους ρεαλιστές
κρατώντας μια λεκάνη
γεμάτη χαμηλό φως
όπως πρέπει να πράττει 
καθένας στη ζωή του.

Β. Κ.


Βασίλης Κουντζάκης

*Στο τεύχος 46 του περιοδικού "Τα Ποιητικά" (Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2022), δύο ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή "Τηλεφωνικός θάλαμος".



Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

"Το απέναντι κάθισμα" - Κριτική Βιβλίου

"Το απέναντι κάθισμα" του Βασίλη Κουντζάκη -Κριτική Βιβλίου


Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

[…Η σονάτα ως είδος άγγιξε την τελειότητά της στα χέρια του Λιστ. Ενσωμάτωσε φούγκες, πολυφωνικά κομμάτια, μια πλευρά της την χάρισε στο αργό τέμπο της εκκλησιαστικής εξειδίκευσης. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει πως συγκρατώντας την ουσία από μια σειρά χαμένα πια όργανα, προσαρμόζοντας την αίσθηση σε εκείνο το σημείο που στήνεται η άμυνα απέναντι στην απελπισία, το χρέος, την προσδοκία, η σονάτα εξέφρασε μια συνέχεια, επιστράτευσε όλη την ανθρώπινη παλέτα . Είναι αλήθεια πως τα πάντα γράφονται σε ένα ανεξήγητο ένστικτο. Σε κάθε σκέρτσο θαρρείς πως ψάχνει να βρει τον εαυτό της μια ύπαρξη λησμονημένη και άλλοτε, αριστοκρατική, στέκεται κυνικά απέναντι σε ζητήματα όπως ο χρόνος και οι ατμόσφαιρες με μια δοξαστική παύση.

Στο τέλος αυτής της εξομολόγησης ακολούθησε μια παύση και έπειτα γυρέψαμε μια αιτία. Καθένας στράφηκε στον εαυτό του, το δωμάτιο έκλεισε, καθένας έγραψε ένα τέλος για τον εαυτό του. Στο απέναντι κάθισμα ο χρόνος πλιατσικολογούσε και άλλος δρόμος δεν υπήρξε έξω από τα ποιήματα…]

Με την παραπάνω βινιέτα τούτο το σημείωμα καλωσορίζει την καινούρια συλλογή του ποιητή Βασίλη Κουντζάκη που φθάνει στους αναγνώστες μέσα από τις πάντα ποιοτικές και ιστορικές πλέον, εκδόσεις Εκάτη. Στο ίδιο εκείνο υπόγειο, χώρο φανταστικό και απλησίαστο για την παιδική ηλικία αυτού του σημειώματος, χρόνια τώρα η οικογένεια Νικολάκη και οι εκλεκτοί συνεργάτες της προσθέτουν ψηφίδες στην ελληνική βιβλιογραφία. Με την σκιά σημαντικών ποιητών, όπως ο Γιώργος Μαρκόπουλος και με μια ανεξάντλητη ποικιλία χαμένων τίτλων, το μαγικό ημιυπόγειο της 3ης Σεπτεμβρίου συνεχίζει τις εξαιρετικές δημοσιεύσεις του. Ανάμεσά τους το Απέναντι Κάθισμα του ποιητή Βασίλη Κουντζάκη που για το μικρό αυτό σημείωμα δεν αποτελεί έκπληξη με το βαθύ, ανθρώπινο κόκκινο του Joseph Catanzaro και το σκληρό εξώφυλλό του. Αφού στους στίχους του κάποιος εξομολογείται σε πρώτο πρόσωπο, ανοιχτός στις παθολογίες, το κύλημα του χρόνου, την αιωνιότητα που ψάχνει μια φωνή για το τραγούδι της. Συνομιλεί με φίλους σκιές, προσεύχεται στο άστρο τους με ένα παράθεμα, με την πρόθεση και το σπάνιο ταλέντο του τεχνίτη που λέει αλλιώς τα ειπωμένα πράγματα. Ο ήλιος, το ξέρει πως σβήνει τα πάντα, για αυτό και τα καλύτερα πλάνα του πέφτουν τις νύχτες, σε διασταυρωμένα σώματα που αν και πορεύονται προς το τυχαίο κάτι εκλεκτικό τα οδηγεί. Ξέρει για εκείνους που μοιράζονται, μερικές φορές νομίζει κανείς πως για εκείνους γράφει τα ποιήματά του. Για όσους περιμένουν σε αίθουσες αναμονής ζητώντας μια συνέχεια, για μορφές παραδοσιακές, ενδημικές των στίχων που σκεπάζονται από βαριές σημασίες. Βλέπετε, ανάμεσα σ΄όλα όσα κάνει ο ποιητής, έχει την υποχρέωση να φτιάχνει ζωή από τα ρηγματωμένα περιστύλια και αυτό το καθήκον εξαντλεί ασκητικά ο Βασίλης Κουντζάκης, με λυρισμό, άλλοτε με δύναμη και καμιά φορά με όλη την αθωότητα του κόσμου. Κάτι προσθέτει η μουσική του, μια ένταση κλειδωμένη αποκαλύπτει, κάτι σαν ποιήματα σταματημένα σε λαιμούς, κάτι σαν γυμνές καρδιές πάνω από κοφτερά εγχειρίδια. Όταν μπαίνει στις ράγες των ρυθμών, η ορθογραφία του σκορπάει και απομένει η τελευταία φράση, ο ύστατος υπαινιγμός, εκείνος ο κεραυνός που άφησε κάποτε μια λάμψη. Πλάνα ραπροσέ από την περιπέτεια και το δράμα της ζωής, λιγότερες προσωπογραφίες, χιλιάδες πλάνα από τις μητροπόλεις του κόσμου που γεννιούνται και πεθαίνουν μαζί μας. Κατά βάθος λυρικά. Ένα ποίημα ατομικό, πολύ προσωπικό, που γράφεται μια ζωή, που δανείζεται και επιστρέφει στο πλήθος σε αδιάκοπη ροή, διόλου ανώφελη, μες στα άνεργα χρόνια που ποτέ δεν ήταν τέτοια, όσο η ψυχή παρέμενε γαντζωμένη στην σκέψη. Το επιβεβαιώνουν τα ποιήματα του Βασίλη Κουντζάκη που πλουτίζουν με τις απώλειες του Γιάννη Ρίτσου.

Αυτό το σημείωμα έχει όμως ακόμη κατάθεση να κάνει. Τέλος οι βινιέτες και άλλες αυθαιρεσίες που μας βάζουν έξω από το χρονικό, ελεύθερους και αθάνατους κάπως, σαν στίχους. Τώρα γίνεται λόγος για την ενεργή μονάχα παρουσία του τεχνίτη στην δοκιμασία της αίσθησης. Μια αποκάλυψη για την πλευρά του ποιητή που παραμένει ενεργός, πάει να πει μες στην εποχή του, ενώ την ίδια στιγμή σκάβει με αφοσίωση στο φέρσιμο και το γιατί ενός άλλου καιρού. Με την διαδικτυακή του παρουσία ο εμπνευστής του αφοπλιστικού απέναντι καθίσματος των εκδόσεων Εκάτη, προτείνει, θυμίζει και μαθαίνει πολλούς από εμάς για τους ποιητές που άδοξα εχάθησαν. Συγκρατώ το ποιήμα του Αντώνη Γκαντζή που γνώρισα από τις δημοσιεύσεις του και που υπήρξε μαζί με τόσους που ανασύρει η ευαισθησία του κ. Κουντζάκη, ένα δείγμα μόνο του πυκνού, ποιητικού σύμπαντος αυτής εδώ της διαχρονικής μητρόπολης που δεν χρειάζεται χάλυβα και γυαλί, μήτε τις συστάσεις του γέρο Ράιτ. Αρκείται με την αγωγή του που καθρεφτίζεται παρόμοια στους στίχους του απέναντι καθίσματος.

Μην γελιέται κανείς εκεί έξω, πως τάχα η προσευχή του Γιώργου Σαραντάρη κατορθώνεται έτσι εύκολα, εκεί έξω. Ο Βασίλης Κουντζάκης αναμετριέται με την πολυφωνική, ποιητική πραγματικότητα του καιρού μας. Αυτό σημαίνει πως με την αξιοπρέπεια του κρινόμενου και το θάρρος του κριτή στέκει στο απέναντι κάθισμα, δεν φεύγει, δεν φοβάται. Τα αφήνει όλα γυμνά, στην πιο πειστική εκδοχή τους, εκπληρώνοντας μια υποχρέωση της ποίησης που αντέχει πεισματικά, με εφόδιο το τραγούδι της, εκεί έξω. Απροσποίητα αφοσιώνεται στην βαθιά του παρόρμηση στήνοντας σκηνογραφίες που ποτέ και κανείς δεν ονειρεύτηκε. Έξω από την όραση.




Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Βασίλης Κουντζάκης

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

Ω σπάνια, κατανυκτική σιωπή
μύρισε το γεμάτο υγρασία
εγκαταλειμμένο σπίτι
που λέγεται καρδιά.

Έπειτα διώξε το ασίγαστο μιας προσμονής
φανέρωσέ μου τη δική σου τη ρήση
κι απ’ το σχέδιο που σταδιακά εκπονείς
τα σημάδια να δω σε πρωτόγνωρη φύση.

Δε μπορεί παρά να μ’ οδηγείς
στον προθάλαμο μιας ουτοπίας
όπου χρόνια εκτιμώ πως εκεί επιζείς

στον πυρήνα της μνήμης και της ευωδίας
σε γωνιά μυστική και αθέατη
στο ατέρμονο κατά μόνας πορείας.

Βασίλης Κουντζάκης, έμμετρο, αδημοσίευτο, 12/7/2020 

*Πίνακας του σύγχρονου Ινδού ζωγράφου Αkshay Αvasare


Σάββατο 25 Απριλίου 2020

Δελτίο καιρού - Βασίλης Κουντζάκης

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ


Σε ποιον αστερισμό βρίσκεσαι σήμερα;
Σε ποια μονόπρακτα εντυπώσεων κατοικείς;
Προς τα πού πνέει η ήττα;

Η νύχτα πυκνώνει,
μέσα σε ταπεινώσεις, πλιάτσικα χρόνου
και παθολογίες σε πρώτο πρόσωπο.


*Από τη συλλογή "Το απέναντι κάθισμα" (εκδ. Εκάτη, Απρίλιος 2020). 






Το απέναντι κάθισμα

Δείγμα γραφής από τη δεύτερη ποιητική συλλογή μου, «Το απέναντι κάθισμα» (εκδ. Εκάτη), που μόλις κυκλοφόρησε.

*Από το ιστολόγιο "Το τρένο της ποίησης". 

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Κριτική στο "Δίχως όνομα" από το Θεοχάρη Παπαδόπουλο


                                   ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΝΤΖΑΚΗΣ
                                        ΔΙΧΩΣ ΟΝΟΜΑ
                                   ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΕΚΑΤΗ»

       Όταν ένας ποιητής αποφασίζει να εκτεθεί για πρώτη φορά στο αναγνωστικό κοινό με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του, σημαίνει ότι νιώθει απόλυτα έτοιμος για αυτή την κίνηση. Ότι είναι καιρός να κάνει το πρώτο βήμα γιατί αν το έκανε νωρίτερα θα ήταν πολύ νωρίς, αν το κάνει αργότερα θα είναι πολύ αργά.
       Μια περίπτωση, λοιπόν, που κατά τη γνώμη μας, δεν θα ‘πρεπε να περιμένει άλλο, είναι και η ποιητική συλλογή του Βασίλη Κουντζάκη: «Δίχως όνομα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εκάτη». Πρόκειται για ποίηση λιτή με ποιήματα άτιτλα ή «Δίχως όνομα», όπως, μας λέει ο ποιητής, όπου οι στίχοι αποτελούνται από λίγες λέξεις, ενώ παρατηρούμε και στίχους, που αποτελούνται από μία μόνο λέξη, αποδεικνύοντας πως η οικονομία του λόγου είναι μεγάλη αρετή στην ποίηση.
       Το κυριότερο στοιχείο, που βρίσκουμε στην συγκεκριμένη ποιητική συλλογή είναι ο έρωτας: «ένα μπουκάλι νερό / ξέχασες χθες / το φέρνω κοντά μου / για να νιώσω / τα χείλη σου» και αλλού: «Την ψυχή μου έχω ξεχάσει / στα σκαλοπάτια του σπιτιού σου». Όμως, ο έρωτας μπορεί να έχει και μεταφορική έννοια. Έτσι, ο ποιητής μπορεί να ερωτευτεί με μια αλήθεια ή να πάρει ένα οδυνηρό διαζύγιο με μια ιδέα.
       Στην ποιητική συλλογή του Βασίλη Κουντζάκη ο έρωτας δεν μονοπωλεί την έμπνευση του ποιητή. Υπάρχουν και ποιήματα, που εμπεριέχουν κοινωνικό προβληματισμό. Ο ποιητής αναφέρεται στην Ελλάδα με τον χαρακτηρισμό «Χώρα του σχεδόν ποτέ», ενώ για την ελευθερία θα γράψει: «Τελευταία εξασκούμαι / σε όλες τις πράξεις / και καταλήγω στην αφαίρεση / το αίσθημα ελευθερίας / αυτής της πράξης / με ορίζει.» Παρακάτω, σε άλλο ποίημα ο Βασίλης Κουντζάκης περιγράφει με αρκετά ζωντανά χρώματα τον θεατή της ζωής, που κάθεται συνέχεια με τα χέρια σταυρωμένα: «με ξεκούμπωτα ρούχα / παρακολουθείς τον ήλιο / να κρύβεται / τη θάλασσα να σε χαιρετά / τη ζωή να φεύγει».
      Σε ορισμένα ποιήματα του Βασίλη Κουντζάκη η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, συναντά την μοναξιά του ποιητή: «Βρίσκω αυτό που μου λείπει / στα μπαρ τα βράδια» και αλλού: «Στης νύχτας το δύσκολο πλησίασμα / με παράθυρα κλειστά / έρχονται απανωτά / να με βρουν / οι λέξεις.» Παρόμοια περίπτωση συναντάμε και στον άνθρωπο που «Αγωνιά / και με αργές κινήσεις / ψάχνει τη μορφή του / στο επόμενο κάδρο.»
       Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως η ποιητική συλλογή του Βασίλη Κουντζάκη «Δίχως όνομα» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πόνημα και να απαντήσουμε θετικά στο δίλημμα, που θέσαμε στην αρχή, δηλαδή, πως ο ποιητής με την έκδοση του πρώτου του βιβλίου ήταν πραγματικά έτοιμος να εκτεθεί στο αναγνωστικό κοινό.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στάθης Καββαδάς

*Ο Στάθης Καββαδάς γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπουδασε Κοινωνιολογια στη Γαλλια και τις ΗΠΑ. Ποιητικά βιβλία: Το τσιμεντένιο άγαλμα της Α...