*Ποιητής με εντιμότητα και ενδιαφέρον που συνδέεται μεταξύ άλλων με τη Σύρο. Το ποίημα που ακολουθεί είναι από την πρώτη του ποιητική συλλογή "Σαιζόν μορτ" του 1954. Ακολουθούν οι συλλογές-ιδιωτικές εκδόσεις: "Απολεσθέντες εν πλω" (1960), "Η Ανδρονίκη της θλίψης" (1971), "Ηλιοθεσία" (1975), "Αναφανδόν" (1983).
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταπολεμική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταπολεμική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 22 Μαρτίου 2026
Κυριακή 11 Μαΐου 2025
Σωκράτης Καλαϊτζής
ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ-
ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ
(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, ΑΘΗΝΑ 1969)
Δεν ήθελα να βλέπω
κι όμως έπρεπε να βλέπω.
Δεν μπορούσα να κοιτάζω,
κι έκλεινα τα μάτια για να βλέπω καλύτερα,
με τα βλέφαρά μου έναστρες αυλαίες.
Όταν τ' άνοιγα έβλεπα μπρος μου ό,τι τύχει.
Όταν τα 'κλεινα έβλεπα μπρος μου ό,τι ζητούσα.
Ίσως γι' αυτό έβλεπα,
όταν έκλεινα τα μάτια.
Σωκράτης Γ. Καλαϊτζής, Σκιάχτρα ντυμένα με σμόκιν φιλανθρώπων, 1969.
Βαγγέλης Ροζακέας
*Αναδημοσίευση από το 1-2.gr και την σελίδα Ποίησης "Εν Φαντασία και Λόγω"
Βαγγέλης Ροζακέας (Καλαμάτα, 1938 - ;)
Αναφορά στον ουρανό
Στην Κ. Α.
Κύριε, είχα μια ζεστή καρδιά
σκεπασμένη με κεραμίδια
στην άλλην άκρη τής πολιτείας.
Στην αυλή μου βασιλικό
στα χέρια μου το παράπονο
και στα μάτια μου ένα χριστουγεννιάτικο άστρο.
Αγαπούσα τα πουλιά
χαιρετούσα τούς ανέμους —
και μεγάλωνα.
Ζύμωνα ψωμί με τη βροχή,
Φούρνιζα με τον ήλιο·
Και τάιζα πέντε στόματα.
Ξεφύλλιζα τις μέρες μου
να βρω το πρόσωπο εκείνης
που δεν είχε κανένα παράπονο:
Της μέρας πού έγινε ήλιος.
Στη Γη μας δεν είχα άλλη ημερομηνία
από αυτή πού Εσύ νομοθέτησες: Ερημιά.
Τα βράδυα πού άναβες τ' αστέρια Σου
κι εγώ τη μικρή μου λάμπα
άνοιγα όλα μου τα όνειρα βεντάλια.
Κι είχα πολλά όνειρα. Κύριε!
τόσα πολλά που γέμισε ή κάμαρά μου
και δεν χωρούσαν τα έπιπλα.
και τα παπούτσια μου.
Έπειτα δεν με χωρούσε και μένα...
Ο μυστικός δείπνος των πουλιών, εκδ. Δίφρος, 1962
Τρίτη 29 Απριλίου 2025
Ανέστης Ευαγγέλου
*Από το προφίλ του Δημήτρη Κονιδάρη στο FB
«Άνεμε, γιατί θέλεις το κακό μου
γιατί με σπρώχνεις στο πηγάδι ;
[…]
Άνεμε, εγώ αγαπώ τον ήλιο, και στο φως
του θέλω για να ζήσω – γιατί μπαίνεις στο μυαλό μου ;
[…]
Γιατί με διάλεξες μονάχον
ανάμεσα στους φίλους μου ;
Άνεμε, είμαι μαγνήτης ;»
«Πόρφυρας» Νο 39 / 1987
Ανέστης Ευαγγέλου [Ανέστης Παπαδόπουλος], 12 Μαρτίου 1937 - 30 Απριλίου 1994
Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021
Απόστολος Μαγγανάρης
ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ
Είν’ η Ζωή ένα μέρος απ’ το Θάνατο
Κ’ είν’ όσο μια σταγόνα στον ωκεανό
Κ’ είν’ όσο μια τελεία μέσα στο Σύμπαν.
Δεν ξέρεις τη φυλή σου ούτε τη ρίζα σου
Δεν ξέρεις ούτε καν για πού τραβάς –
Σε ποια ψυχή να δώσεις την ψυχή σου.
Δεν ξέρεις τι ν’ απόγινε το σπίτι σου –
Τ’ άφησες τότε που άρχιζεν η βαρυχειμωνιά
Μπορεί και να μη μπόρεσε ν’ αντέξει.
Γιατί να γνέθεις σχέδια μέσ’ στον ύπνο σου;
Στον ξύπνο είναι καλύτερα να ονειρευτείς·
Μικρό καλάθι να κρατάς κι ό,τι χωρέσει.
Απόστολος Μαγγανάρης, Wondermagica (Γουοντερμάτζικα),
ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1976.
Κυριακή 5 Ιουλίου 2020
Κώστας Λουκάκης
ΚΑΙ ΤΩΡΑ
Σηκώθηκα γυμνός από τον ύπνο
κείνης της νύχτας.
Το ρούχο μού το πήρε
η νύχτα στ' όνειρό της.
Και τώρα τριγυρίζω
με τη νύχτα και τ' όνειρο ντυμένος.
~*~
ΣΤ' ΑΔΕΙΟ ΠΟΤΗΡΙ
Στ' άδειο ποτήρι
το θρίαμβο μιας δίψας θα βρεις.
Στη σιωπή του δέντρου
θ' ακούσεις όλα τα πουλιά που φύγαν.
Στο κλεισμένο βιβλίο
όσα δε γράφτηκαν θα διαβάσεις.
Στ' ακίνητο πρόσωπό μου
την πάλη όλων των ανέμων θα δεις.
Κώστας Λουκάκης, "Άδεια χέρια", Ιδιωτική Έκδοση (Αθήνα, 1967).
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019
Σπύρος Κατσίμης (τρία ποιήματα)
ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ
Στην κρύα νύχτα η ασφάλεια της πόλης
κατέβηκε στο υπόγειο
έσπασε την πόρτα και τους συνέλαβε όλους
ακριβώς τη στιγμή που άκουγαν μελωδίες
απ' τον παράνομο ραδιοσταθμό.
~*~
ΤΟ ΘΕΑΜΑ
Οι περίεργοι παρακολουθούν σαν μια
επίδειξη μαγείας
τον άνθρωπο που δακρύζει και ματώνει.
~*~
Η ΣΤΑΧΤΗ
Όσο ακόμα είναι καιρός τρέχω μέσα
στην πυρκαγιά.
Μην ανησυχείτε για με. Σας βλέπω
-στην πράσινη έκταση-
από το μέρος της φωτιάς.
Όσο ακόμα είναι καρός τρέχω στα
φλεγόμενα δάση...
Μην ανησυχείτε για με. Σας βλέπω
από το μέρος της στάχτης.
Σπύρος Κατσίμης, Το κίτρινο, εκδ. Καστανιώτη, 1987.
Στην κρύα νύχτα η ασφάλεια της πόλης
κατέβηκε στο υπόγειο
έσπασε την πόρτα και τους συνέλαβε όλους
ακριβώς τη στιγμή που άκουγαν μελωδίες
απ' τον παράνομο ραδιοσταθμό.
~*~
ΤΟ ΘΕΑΜΑ
Οι περίεργοι παρακολουθούν σαν μια
επίδειξη μαγείας
τον άνθρωπο που δακρύζει και ματώνει.
~*~
Η ΣΤΑΧΤΗ
Όσο ακόμα είναι καιρός τρέχω μέσα
στην πυρκαγιά.
Μην ανησυχείτε για με. Σας βλέπω
-στην πράσινη έκταση-
από το μέρος της φωτιάς.
Όσο ακόμα είναι καρός τρέχω στα
φλεγόμενα δάση...
Μην ανησυχείτε για με. Σας βλέπω
από το μέρος της στάχτης.
Σπύρος Κατσίμης, Το κίτρινο, εκδ. Καστανιώτη, 1987.
Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019
Δύο ποιήματα του Γιώργου Ξ. Στογιαννίδη
Σκέπτομαι
τις χιλιάδες πυρωμένα ποιήματα
που ανικανοποίητα κάηκαν στη φωτιά τους
το ανάπηρο όνειρο που καταχωνιάστηκε σ' έναν ανάπηρο
ύπνο
το απερίγραπτο τίποτε.
Μη ντραπείς να με καλέσεις λοιπόν
όπως κάποιον που χάνεται μέσα στο πλήθος
και δε βλέπεις παρά το κεφάλι ή τα χέρια του
που απεγνωσμένα κινιούνται
σα να πνίγεται
όσο κι αν είναι άδικος κόπος αυτό...
~*~
ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΓΩ ;
Ρομαντικός εγώ
όταν απ' το ύψος του αρχαίου θεάτρου,
βουβός,
παρακολουθούσα μέσα από πολύπλοκα πεύκα
τον δύοντα ήλιο;
Τα φλύαρα τζιτζίκια είχαν ευτυχήσει ενωρίς
στην ακοή μου.
Ήμουν έτοιμος
στην ήσυχη ώρα του Αυγούστου
ν' αφανιστώ,
αν δε με προδίναν δυο κατάλευκα βότσαλα
που θορυβήσαν μέσα στο σάκκο μου.
Γιώργος Ξ. Στογιαννίδης, Αφήγηση ξεναγού, Σκαπτή Ύλη, 1979.
τις χιλιάδες πυρωμένα ποιήματα
που ανικανοποίητα κάηκαν στη φωτιά τους
το ανάπηρο όνειρο που καταχωνιάστηκε σ' έναν ανάπηρο
ύπνο
το απερίγραπτο τίποτε.
Μη ντραπείς να με καλέσεις λοιπόν
όπως κάποιον που χάνεται μέσα στο πλήθος
και δε βλέπεις παρά το κεφάλι ή τα χέρια του
που απεγνωσμένα κινιούνται
σα να πνίγεται
όσο κι αν είναι άδικος κόπος αυτό...
~*~
ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΓΩ ;
Ρομαντικός εγώ
όταν απ' το ύψος του αρχαίου θεάτρου,
βουβός,
παρακολουθούσα μέσα από πολύπλοκα πεύκα
τον δύοντα ήλιο;
Τα φλύαρα τζιτζίκια είχαν ευτυχήσει ενωρίς
στην ακοή μου.
Ήμουν έτοιμος
στην ήσυχη ώρα του Αυγούστου
ν' αφανιστώ,
αν δε με προδίναν δυο κατάλευκα βότσαλα
που θορυβήσαν μέσα στο σάκκο μου.
Γιώργος Ξ. Στογιαννίδης, Αφήγηση ξεναγού, Σκαπτή Ύλη, 1979.
Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019
Στέλιος Γεράνης
Η ΠΡΩΤΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΟΥ
Η σ ι ω π η: η πρώτη αρχή
της θεραπείας μου. Κ' ύστερα ο λόγος
μοναχός
στο σκοτεινό του θάλαμο. Κ' ύστερα η λέξη
αναδυόμενη
απ' την αόρατη φωλιά της.
Λέξη και λόγος
σα μικρά σπουργίτια φοβισμένα
να ισοζυγιάζονται στους κλώνους μου
έτοιμα να πετάξουν.
Κ' εσύ, οκνέ μου γείτονα, τι περιμένεις
τι ζητάς; Ξύπνα πρωί, ένα χάραμα
και στήσε ξόβεργες διπλές
στο μυστικό μου δάσος.
Η σ ι ω π η: η πρώτη αρχή
της θεραπείας μου. Κ' ύστερα ο λόγος
μοναχός
στο σκοτεινό του θάλαμο. Κ' ύστερα η λέξη
αναδυόμενη
απ' την αόρατη φωλιά της.
Λέξη και λόγος
σα μικρά σπουργίτια φοβισμένα
να ισοζυγιάζονται στους κλώνους μου
έτοιμα να πετάξουν.
Κ' εσύ, οκνέ μου γείτονα, τι περιμένεις
τι ζητάς; Ξύπνα πρωί, ένα χάραμα
και στήσε ξόβεργες διπλές
στο μυστικό μου δάσος.
*Το ποίημα είναι από τη συλλογή του Στέλιου Γεράνη "Παθολογία" (1960). Αντλήθηκε ωστόσο από τη συγκεντρωτική έκδοση "Στέλιος Γεράνης, Σαράντα χρόνια ποίηση και δράση (1944 - 1984)" της Εταιρίας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά (1985).
Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019
Γιώργης Μανουσάκης - Στα βαθιά φυλλώματα
ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ ΦΥΛΛΩΜΑΤΑ
Της μνήμης η παλίρροια μού φέρνει
τα πιο απροσδόκητα συντρίμμια ναυαγίων.
Πρέπει να προχωρήσω πέρα
απ' τις γκριμάτσες του τρελού
με τα δεμένα χέρια και τ' ολονύχτιο
βογκητό του μονοπόδαρου. Να φτάσω
στα βαθιά φυλλώματα, εκεί
όπου σε κρύπτες μυστικές πλαγιάζουν
όσοι ποτέ δε μας πόνεσαν
και γι' αυτό τους ξεχάσαμε.
Προσπάθεια μάταιη. Τα κλαδιά της λήθης
μακραίνουν και συστρέφουνται σα φίδια
φράζουν τα μονοπάτια, κλείνουν
τα περάσματα. Η μνήμη δεν εξουσιάζεται
παίζει μαζί μας.
Γιώργης Μανουσάκης. Άνθρωποι και Σκιές, εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη, 1995.
Κυριακή 18 Αυγούστου 2019
Γιώργης Μανουσάκης (1933-2008)
Η ΑΛΛΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Εκείνη η άλλη πολιτεία
κάθεται στο βυθό της μνήμης
σαν αρχαίο ναυάγιο.
Κυματιστά σαλεύει
κομματιάζεται και πάλι ενώνεται.
Πίσω απ' τα κάγκελα
είν' ανθισμένοι οι κήποι της
κι οι σκιές του σούρουπου κουρνιάζουν
στις υγρές της κάμαρες.
Αργές κροτούν των αμαξιών οι ρόδες
στις πλάκες κι ήσυχα
ακούγονται οι ανθρώπινες κουβέντες.
Έζησα αλήθεια σε μια τέτοια πολιτεία;
Γιώργης Μανουσάκης, Άνθρωποι και σκιές, εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη, 1995.
Εκείνη η άλλη πολιτεία
κάθεται στο βυθό της μνήμης
σαν αρχαίο ναυάγιο.
Κυματιστά σαλεύει
κομματιάζεται και πάλι ενώνεται.
Πίσω απ' τα κάγκελα
είν' ανθισμένοι οι κήποι της
κι οι σκιές του σούρουπου κουρνιάζουν
στις υγρές της κάμαρες.
Αργές κροτούν των αμαξιών οι ρόδες
στις πλάκες κι ήσυχα
ακούγονται οι ανθρώπινες κουβέντες.
Έζησα αλήθεια σε μια τέτοια πολιτεία;
Γιώργης Μανουσάκης, Άνθρωποι και σκιές, εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη, 1995.
*Φωτογραφία: Βασίλης Κουντζάκης, Βελιγράδι, 2017
Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019
Αριστείδης Βουγιούκας
ΒΑΒΥΛΩΝΑ, 00.05 ΩΡΑ ΓΚΡΙΝΟΥΙΤΣ
Του Κώστα Ι. Καλατζή
Γρήγορα ερήμωσαν οι δρόμοι της πόλεως.
Μόλις είναι περασμένα μεσάνυχτα.
Ρίχνει χιονόνερο απόψε.
Στη λεωφόρο με τις μαδημένες πιπεριές
σβήνει το στρίγγλισμα μέσα στη νύχτα
του κίτρινου τραμ του τελευταίου.
Απομένουν οι πολύχρωμες αφίσες πάνω στις στέγες
κι οι βιτρίνες στολισμένες σαν Επιτάφιοι.
(Να θυμηθώ να γράψω στην ξαδερφούλα μου
να κάτσει στο χωριό πλάι στο παραγώνι.
Στις πολιτείες που δε νυχτώνει
κάνει κρύο πολύ άμα ανάψουν τα φώτα).
Αυτή η γραβάτα με τα πλουμιά
πολύ πηγαίνει με το χρώμα των ματιών μου.
Με τη σφιγμένη γροθιά μου θα διαλύσω τις τζαμαρίες
και να καταπατήσω θα ΄μπω το χρυσάφι, το μετάξι και τον άργυρο.
Εκεί ποζάρει το άγραφτο βιβλίο μου εν καιρώ,
εκεί πλάι στο μεγάλο συγγραφέα
που έχει απέλθει προσωπικώς.
[...]
Α. Βουγιούκας (Στα προάστια της Βαβυλώνας, 1953)
*Ο πίνακας είναι της Αγγλίδας ζωγράφου Lesley Oldaker
Δευτέρα 27 Μαΐου 2019
Σταύρος Βαβούρης
I
Αυτή η γριά, κάτω από το δέντρο
έδινε κάτι στον καθένα που περνούσε
ας έμοιαζε φτωχή ζητιάνα:
ένα ρόδι στον ένα
μια χούφτα σταφίδες στον άλλον
μαύρες ή ξανθές
και στον άλλον και στον άλλον
σ' όλους κάτι, τέλος πάντων
και μ' ένα κύπελο νερό από μια στάμνα
που διατηρούσε δροσερή στη σκιά.
Εγώ άργησα,
κι όλα θα της είχανε τελειώσει φαίνεται.
Της είπα ωστόσο: καλησπέρα.
Αυτή, ας μη μου 'δινε
ας μη μου 'λεγε επιτέλους τίποτα,
ούτε και καλησπέρα.
Γιατί ωστόσο, άραγε, γιατί
με κύτταξ' έτσι, σα φαρμακωμένη
κι έπειτα ανοίγοντας χωρίς μιλιά
τα χέρια
μου 'δωσε δυο μούντζες,
μούντζες και «μαύρα φάσκελα»;
Σάμη, '79
Σταύρος Βαβούρης, Carmina Profana, εκδ. Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", 1983.
Πέμπτη 23 Μαΐου 2019
Ηλίας Σιμόπουλος
Το Τραγούδι που Αρνιέσαι
Τα μάτια δειλά
σαν κάτι που λάμπει και υποτάσσεται
στις φλόγες της καιόμενης βάτου
Ώρες πνιγηρές και η καρδιά
ένας ικετευτικός λαιμός που κλαίει
Εγκαταλειμμένα δέντρα
δέχονται τις μαχαιριές των κεραυνών
Ο ουρανός σπέρνει πυρκαγιές
κι ένα γαλάζιο φως αναδύεται
Θα 'ρθει το τραγούδι που αρνιέσαι
εαρινή γιορτή στο έκπληκτο σώμα
Ο καιρός δεν ανήκει μόνο στη θλίψη
Ηλίας Σιμόπουλος, Πέτρες, εκδ. Γκοβόστη, 1992.
Τα μάτια δειλά
σαν κάτι που λάμπει και υποτάσσεται
στις φλόγες της καιόμενης βάτου
Ώρες πνιγηρές και η καρδιά
ένας ικετευτικός λαιμός που κλαίει
Εγκαταλειμμένα δέντρα
δέχονται τις μαχαιριές των κεραυνών
Ο ουρανός σπέρνει πυρκαγιές
κι ένα γαλάζιο φως αναδύεται
Θα 'ρθει το τραγούδι που αρνιέσαι
εαρινή γιορτή στο έκπληκτο σώμα
Ο καιρός δεν ανήκει μόνο στη θλίψη
Ηλίας Σιμόπουλος, Πέτρες, εκδ. Γκοβόστη, 1992.
*Ο πίνακας είναι του Βασίλη Προκόπου
Κυριακή 12 Μαΐου 2019
Τάσος Πορφύρης
ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ
Το μαγαζί πουλούσε ταριχευμένα πουλιά και ζώα
Σπάνια όστρακα σκελετούς ψαριών κι' ακόμα
Ζωντανά ζώα και πουλιά σε κλουβιά ψάρια
Σε ενυδρεία ο καθένας μπορούσε ν' αγοράσει
Τη θάλασσά του ή το δάσος του έτσι άρχιζε το
Κακό είχαν ζήτηση οι δολοφόνοι οι άρπαγες
Οι ταριχευτές και προχωρούσε με τους ποιητές
Που αράδιαζαν την πραμάτεια τους στις σελίδες
Των βιβλίων μαύρο ξεραμένο αίμα από
Παλιές πληγές τραβούσε το κοινό διάλεγε στίχους
Για μιαν ιστορία αγάπης στα μέτρα του τούς
Έδινε στους θορυβοποιούς που περίμεναν σαν σκύλοι
Το κόκκαλο συνεργοί κι' άλλοθι των ποιητών
Στο ανομολόγητο έγκλημά τους έπνιγαν τις
Κραυγές απόγνωσης του θύματος στη θέα του
Μαχαιριού σε αλαλαγμούς θριάμβου ανακατεμένους
Με τις ζητωκραυγές και τα χειροκροτήματα
Των μαντρωμένων στα βοσκοτόπια των γηπέδων.
Τάσος Πορφύρης, Η Πέμπτη Έξοδος, Σημειώσεις, 1980.
Το μαγαζί πουλούσε ταριχευμένα πουλιά και ζώα
Σπάνια όστρακα σκελετούς ψαριών κι' ακόμα
Ζωντανά ζώα και πουλιά σε κλουβιά ψάρια
Σε ενυδρεία ο καθένας μπορούσε ν' αγοράσει
Τη θάλασσά του ή το δάσος του έτσι άρχιζε το
Κακό είχαν ζήτηση οι δολοφόνοι οι άρπαγες
Οι ταριχευτές και προχωρούσε με τους ποιητές
Που αράδιαζαν την πραμάτεια τους στις σελίδες
Των βιβλίων μαύρο ξεραμένο αίμα από
Παλιές πληγές τραβούσε το κοινό διάλεγε στίχους
Για μιαν ιστορία αγάπης στα μέτρα του τούς
Έδινε στους θορυβοποιούς που περίμεναν σαν σκύλοι
Το κόκκαλο συνεργοί κι' άλλοθι των ποιητών
Στο ανομολόγητο έγκλημά τους έπνιγαν τις
Κραυγές απόγνωσης του θύματος στη θέα του
Μαχαιριού σε αλαλαγμούς θριάμβου ανακατεμένους
Με τις ζητωκραυγές και τα χειροκροτήματα
Των μαντρωμένων στα βοσκοτόπια των γηπέδων.
Τάσος Πορφύρης, Η Πέμπτη Έξοδος, Σημειώσεις, 1980.
*Ζωγραφικό έργο Πέτρου Ζουμπουλάκη
Κυριακή 24 Μαρτίου 2019
Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019
Δούκαρης - Cape Point
CAPE POINT
Να επιμένεις ανάμεσα στα μαυρισμένα
βράχια, τα στεγνά -
σα φορείο, τα βράχια -
να επιμένεις στο φιδίσιο δρόμο
κι ας λέγεται Du Toit cloof,
στην επίπεδη έρημο˙
και μόνο καμένα χόρτα,
ψημένες πέτρες, να επιμένεις˙
δεν ισχυρίζομαι πως είχα τίποτα περισσότερο
άλλοτε:
να επιμένεις έλεγα,
τίποτα περισσότερο˙
χωρίς δέντρα,
χωρίς στάχυα,
χωρίς ποτάμια -
να επιμένεις,
τίποτα περισσότερο.
Δημήτρης Δούκαρης, "Ποιήματα της Καλής Ελπίδος", 1963.
Να επιμένεις ανάμεσα στα μαυρισμένα
βράχια, τα στεγνά -
σα φορείο, τα βράχια -
να επιμένεις στο φιδίσιο δρόμο
κι ας λέγεται Du Toit cloof,
στην επίπεδη έρημο˙
και μόνο καμένα χόρτα,
ψημένες πέτρες, να επιμένεις˙
δεν ισχυρίζομαι πως είχα τίποτα περισσότερο
άλλοτε:
να επιμένεις έλεγα,
τίποτα περισσότερο˙
χωρίς δέντρα,
χωρίς στάχυα,
χωρίς ποτάμια -
να επιμένεις,
τίποτα περισσότερο.
Δημήτρης Δούκαρης, "Ποιήματα της Καλής Ελπίδος", 1963.
Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019
Γεράνης - Ασθενούς διάγνωσις
Ασθενούς διάγνωσις
[...]
Κι αν υπομένω ψύχραιμα
έρευνες
εξευτελισμούς
κι αστείες διαγνώσεις κι αν
ακρωτηριάζουν κάθε μέρα
το σώμα μου
και δεν μιλώ
είναι γιατί αθροίζω αιτίες κι αφορμές
ν' αλλάξω τα φθαρμένα μάτια μου
και ν' ανασύρω από το χάος τη φωνή μου:
αυτή τη μόνη ασθενική
που την ποτίζω κάθε βράδι με τις μνήμες μου
να γίνει ανθός
να γίνει λόγος εύρωστος,
ο μόνος άξιος ιατρός που θα με σώσει.
Στέλιος Γεράνης, "Παθολογία", 1960.
[...]
Κι αν υπομένω ψύχραιμα
έρευνες
εξευτελισμούς
κι αστείες διαγνώσεις κι αν
ακρωτηριάζουν κάθε μέρα
το σώμα μου
και δεν μιλώ
είναι γιατί αθροίζω αιτίες κι αφορμές
ν' αλλάξω τα φθαρμένα μάτια μου
και ν' ανασύρω από το χάος τη φωνή μου:
αυτή τη μόνη ασθενική
που την ποτίζω κάθε βράδι με τις μνήμες μου
να γίνει ανθός
να γίνει λόγος εύρωστος,
ο μόνος άξιος ιατρός που θα με σώσει.
Στέλιος Γεράνης, "Παθολογία", 1960.
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019
Βασίλης Λιάσκας
ΙΙ
Μονάχος,
μεταξύ ουρανού και γης απόμεινα,
ωστόσο μήτε μοναξιά
ουδέ ερήμωση πια νοιώθω,
άνθρωποι ας μ' εγκατέλειψαν
αν μ' άφησαν.
Εγώ τις μυστικές κεραίες μου βυθίζω στο σκοτάδι,
ψαύω τη δροσερή φωτιά που καίει μέσα στις ρίζες,
το αθάνατο νερό κάτω απ' τα πόδια που κυλά,
το γλυκό γάλα πίνω των σπερμάτων,
κι ακούω σιωπηλός
του έρωτα και του θανάτου το παιχνίδι.
Βασίλης Λιάσκας, Καταγωγή, 1961.
Μονάχος,
μεταξύ ουρανού και γης απόμεινα,
ωστόσο μήτε μοναξιά
ουδέ ερήμωση πια νοιώθω,
άνθρωποι ας μ' εγκατέλειψαν
αν μ' άφησαν.
Εγώ τις μυστικές κεραίες μου βυθίζω στο σκοτάδι,
ψαύω τη δροσερή φωτιά που καίει μέσα στις ρίζες,
το αθάνατο νερό κάτω απ' τα πόδια που κυλά,
το γλυκό γάλα πίνω των σπερμάτων,
κι ακούω σιωπηλός
του έρωτα και του θανάτου το παιχνίδι.
Βασίλης Λιάσκας, Καταγωγή, 1961.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
Στάθης Καββαδάς
*Ο Στάθης Καββαδάς γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπουδασε Κοινωνιολογια στη Γαλλια και τις ΗΠΑ. Ποιητικά βιβλία: Το τσιμεντένιο άγαλμα της Α...
-
Το κορμί μου γέμισε βρύα Ξύνομαι ν απαλλαγώ Και τότε ανάβει εντός μου Μια κάψα, μια πυρκαγιά έρωτα. Που πάει; Υπομονή. Θα έρθει το φθινόπωρο...
-
Φωτογραφία κουνημένη Τον χτενίζουν στο ύπαιθρο Αυτός χτυπά παλαμάκια Και σκανδαλίζεστε. Είναι κισσός που μουρλάθηκε Έχει φοβία του...
-
ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ- ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, ΑΘΗΝΑ 1969) Δεν ήθελα να βλέπω κι όμως έπρεπε να βλέπω. Δεν μπορούσα να κοιτάζω...




.jpg)



























