Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Τηλεφωνικός θάλαμος, Βιβλιοκριτική

Να δηλώνουν αποχαιρετισμό
Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος //


«Τηλεφωνικός Θάλαμος»  Βασίλης Κουντζάκης, εκδόσεις Εκάτη

 

Είναι πάντα στη συνήθεια των πραγμάτων να ακολουθούν τη σειρά τους. Η νύχτα που πέφτει, τα λάφυρα της κόπωσης. Αν δεν υπήρξε ποτέ η ποίηση θα τα λέγαμε εφόδια, αν δεν υπήρχαν στίχοι, τα τραγούδια ο κόσμος θα ‘χε συντριβεί από το βάρος των ενοχών του.

Έτσι έγινε και τότε. Ο κόσμος μια γερασμένη φιγούρα, ο άνεμος φυσούσε τα λευκά μαλλιά του. Στάχτη και χιόνι, μα είναι κάτι να προσέρχεσαι ανυποψίαστος στα ποιήματα. Και να μοιράζεσαι την ατμόσφαιρα που διαμορφώνουν οι διαλεχτές λέξεις του ποιητή Βασίλη Κουντζάκη, από την μετρημένη σε ποιήματα και πληθωρική σε αισθήσεις και μνήμη, συλλογή των εκδόσεων Εκάτη.

Είναι εκείνο το παλαιό κατάστημα χτισμένο στα υποδόρια της 3ης Σεπτεμβρίου. Απέναντι από το αλλοτινά, μοντέρνο θαύμα της brand new Αθήνας που θα έλεγε και η Μαλβίνα, λειτουργεί αδιαλείπτως το κατάστημα των εκδόσεων, ένας από τους τελευταίους χώρους όπου λαμβάνει χώρα, αν το θελήσει κανείς, η μυσταγωγία με τη λογοτεχνία. Ένα ανεξάντλητο υλικό, εκδόσεις από πολλές και διάφορες περιόδους, ποιητές από κάθε γωνιά του κόσμου, σπάνια βιβλία, όλα επιζούν στο βάθος του ημιυπόγειου μαγαζιού που μοιάζει με μια κιβωτό της Αθήνας. Η τελευταία ξεφτίζει παντού, τη σαρώνει μια βροχή και πάει, αυτό ήταν. Το είπαν οι ποιητές, μια μέρα η πόλη θα πάρει το δρόμο τ’ουρανού, μαζί με τις εκκλησιές και τα μπορντέλα της, μαζί με όλα της τα θαύματα και τις αχρειότητες θα πετάξει η πόλη.

Η ξαφνική γιορτή – φόντο αυτής εδώ της ιστορίας που θέλει να χωρέσει το αδύνατο- στήθηκε με αφορμή , λέει , μια χούφτα ποιήματα που τραβούν το χρόνο μες σε ένα αβέβαιο παρόν. Όλα στάθηκαν ψυφίδες μιας ευχάριστης συγκυρίας.

Κοίταξε τριγύρω του, αφήνοντας την παρουσίαση να εκτυλίσσεται με αναγνώσεις, σχόλια και παρατεταμένα χειροκροτήματα, σαν σχολιαζόταν κάτι που αφορούσε μια αίσθηση κοινή, απότοκο της στιγμής. Διότι αυτό κατόρθωναν οι υπερσυντέλικοι του Βασίλη Κουτζάκη και για αυτό αφοσιώθηκαν με όλη τους την ουσία, σε κάτι περιγράμματα, σε παράθυρα, ξύλα, σε κατασκευές των αγγέλων. Πώς συνοψίζει κανείς την ομορφιά, δεν είπε ποτέ κανείς. Πώς βάζει την ιδέα στα χείλη των ανθρώπων, δεν τ’ομολόγησε κανείς πώς και αν τάχα να γίνεται με τρόπο άλλον, διαφορετικό από την ποίηση. Στίχοι που αναλύουν το στιγμιαίο και το εξατμιζόμενο, λήθη, νοσταλγία, σκουριά, το περίφημο οξείδιο του Λόρκα, μια γεύση που μένει στο τέλος του ποιήματος. Όταν πέφτει το πέπλο φυσάει από χίλιες μεριές άρωμα αγιοκλήματος αμοιβαίας μελαγχολίας.

Η πόλη σε εκείνη τη γειτονιά ησύχαζε. Ως ψηλά επάνω, εκεί που χανόταν η ανηφοριά του δρόμου, πλανάται μια διακριτική ομίχλη, περισσότερο μοιάζει με την ανάσα του ποιητή που θολώνει τα τζάμια στις σελίδες της συλλογής του. Και πρέπει να αφεθείς, να αρνηθείς την εγκράτεια εκεί που πρέπει, να δέσεις το μεγάλο με το ανυπολόγιστο, έτσι που να φέγγει κάτω από το φανάρι του πνεύματος η αλήθεια. Το απλό είναι μυστήριο έγραφε στη συλλογή της Εκάτης και απέναντι ανάμεσα σε άλλα πολλά συνθήματα, έτσι που η τέχνη να επαληθεύει τον εαυτό της μες στη μελέτη της λεπτομέρειας, της συγκίνησης. Θαρρείς και αναγνώρισε για μια στιγμή εκείνη τη μεμβράνη τη διάφανη που σκεπάζει τον κόσμο. Όλα εφάνταζαν σαν μέσα σε φλοιό πένθους. Μας ευεργέτησε με τόσους πολλούς τρόπους ο Πάμπλο Νερούδα, τόσο τραγικός μες στη ζωή του την ίδια. Του φάνηκαν πως υπήρχαν παντού τριγύρω μαβιές και μαύρες σαν απολησμονημένοι συλλογισμοί, εικόνες και σκηνογραφίες. Ήταν ωραία η στιγμή εκείνη και ίσως κάπου να ξεχώρισε τη μυρωδιά του θυμαριού , ίσως να άκουσε το μαδριγάλι να παίζει, αμυδρά. Δεν θέλει θόρυβο η ποίηση, μόνον ελεύθερη να αγγίξει πρωτόγνωρες συχνότητες τη διαπασών της καρδιάς, της αίσθησης.

Έριξε μια ματιά στο βιβλίο που ‘χε στα χέρια του. Τώρα τα σχόλια πραγματεύονταν το ποίημα “Άδειες Καρέκλες”. Η φθορά έχει σαρώσει τα πράγματα και τις μορφές, ο κόσμος εκτείνεται ως πέρα, εκεί που κόβεται το βλέμμα, πλατύς σαν όχθη ποταμού. Ο ποιητής βάζει τους ίσκιους, κίτρινα βλέμματα ανθρώπων, με το χρώμα να’χει τη σημασία του. Με τούτα τα φίλτρα σμιλεύει με τις στάλες της βροχής, με μνήμες αποσπασματικές, σαν αρχαίο ψηφιδωτό, μισοειδωμένο τα πεδία των λέξεων του. Κάτι γλαφυρό, σαν γλυπτική των αισθήσεων με μια φράση μονάχα να συμβολίζει κάτι παραπάνω από τον χρόνο. Είναι κρυμμένη από τα μάτια μας η αιωνιότητα σε εκείνο το ποίημα. Όλα φαντάζουν δραματικά, μα θερισμένα από το χρόνο, ανομολόγητα, πικρά. Ήταν ο Πέιτερ που στοχάστηκε, φωνή βοώντος να ουρλιάζει, αφήνοντας πίσω μια προσευχή. Και ένα φως αιφνίδιο που δίνει μια άλλη διάσταση στα πιο τετριμμένα, στις κλειδώσεις των δαχτύλων, στην γλώσσα των σωμάτων, σε εκείνη που εμπιστεύεται η αίσθηση του ιχνηλάτη, η νοσταλγία εκείνου που θυμάται. Να μην ξέρω πόσος είναι ο χρόνος, μόνο να τον ορίζω έτσι που τα πάντα να ανανεώνεται μαζί με τα συμφραζόμενα και με τις λέξεις του ποιητή, παίρνοντας από την απλή εκδοχή της εικονογραφίας, μια καθαρή εντύπωση.

Αν δεν ήταν ποιητής συλλογίστηκε κοιτάζοντας από την αρχή τα ποιήματα, σαν να’ ταν άνθρωποι και να μην γύρευαν αναγνώσεις, θα ήταν μεγάλος ζωγράφος. Θα έπαιρνε λέει για μοντέλα του πράγματα και χαρακτήρες της απλής ζωής, με τόση φυσικότητα και λεπτότητα θα περνούσε πάνω από τα περιγράμματα, αποθεώνοντας το απλό που προστίθεται στο μεγάλο και το θαυμαστό. Έτσι θα’ ταν και το δικό του τ’ αντίδωρο. Του φάνηκαν περιορισμένα μέσα οι λέξεις, τίποτε σαν το μυστήριο του φωτός. Η πατίνα σε μια φωτογραφία, ίσως να’ ναι το φως που τρέφει το μήκος της ζωής μας, σκόρπιες αποχρώσεις αναλυμένου συναισθήματος. Παρηγορήθηκε μια στάλα μέσα του, βρήκε έναν λόγο για να υπάρξει και απόψε η ποίηση.

Θα ξεχώριζε και άλλα μα έπεφτε τώρα μια ησυχία. Και το πλήθος σκόρπιζε, όλα είχαν πάει καλά. Πήρε και εκείνος τον δρόμο της επιστροφής όταν ξέσπασε μια μπόρα καλοκαιρινή, από εκείνες τις αναπάντεχες που κανένα μοντέλο δεν προέβλεψε ποτέ. Είδε τον παλιό Τηλεφωνικό Θάλαμο και είπε να τρυπώσει εκεί. Σε λίγο η βροχή σταμάτησε και στο βάθος ξύπνησε κόκκινο χρώμα. Σαν να φάνηκαν οι αρμοί και όλα γύρω κλειστά. Του φάνηκε πως παντού στον κόσμο κυριαρχούσε το αγνοούμενο, το μη βλεπόμενο. Από το εσωτερικό του Τηλεφωνικού Θαλάμου η θέα ήταν ανεμπόδιστη και η μνήμη πεδίο βολής, παλιό και ναρκοθετημένο που θέλει όλη τη λεπτότητα στα βήματά σου. Τώρα πια είναι αδύνατο να ζήσει κανείς πολλές ζωές, να νιώσει τα βιβλία και τους ήρωες. Γράφει απεγνωσμένα ποιήματα, δεν θα φτάσουν πουθενά, δεν χωρούν πουθενά. Όλα γερνούν μέσα από τον Θάλαμο, όλα προς την πλευρά της λογικής. Στη σκουριά της εποχής το βιβλίο στα χέρια του έχει να αντιτάξει τα τριαντάφυλλα που πέφτουν απ’ τα μάτια. Κοιτάζει προς τις δυο πλευρές του δρόμου. Δεν είναι κανείς , η πόλη δεν έχει πρόσωπο, της το δανείζουν οι ποιητές και εμείς μαθαίνουμε να το θυμόμαστε και να το αγαπάμε. Έτσι όπως ψάχνει κάτι ασαφές, μοιάζει με την Εκάτη που ‘χει δυο εαυτούς για να πονέσει. Εκείνον που ζει και έναν άλλον που τραγουδά στίχους και λεπτομέρειες από αδειανούς αέρηδες.




Ο Βασίλης Κουντζάκης γεννήθηκε το 1983. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και στο Διαδίκτυο, στο οποίο και διατηρεί την ιστοσελίδα “Ακάλυπτος Χώρος”. Αυτή είναι τρίτη ποιητική συλλογή του.

Άλλα έργα του:

Δίχως Όνομα, 2015, Εκάτη
Το απέναντι κάθισμα, 2020, Εκάτη
Τηλεφωνικός Θάλαμος, εκδ. Εκάτη


*Από την ιστοσελίδα: www.fractalart.gr (Fractal-Η γεωμετρία των ιδεών)

https://www.fractalart.gr/tilefonikos-thalamos/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στάθης Καββαδάς

*Ο Στάθης Καββαδάς γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπουδασε Κοινωνιολογια στη Γαλλια και τις ΗΠΑ. Ποιητικά βιβλία: Το τσιμεντένιο άγαλμα της Α...