Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Στάθης Καββαδάς

*Ο Στάθης Καββαδάς γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπουδασε Κοινωνιολογια στη Γαλλια και τις ΗΠΑ.

Ποιητικά βιβλία: Το τσιμεντένιο άγαλμα της Αφροδίτης (ποιήματα, Διογένης, 1986), Τα μαλθακά ρομπότ (Διογένης, 1989), Νύχτες 1-6 (Άγρα, 1995), Πανηγυρισμοί (Άγρα, 2000).
Έχει επίσης μεταφράσει τις Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο του Wallace Stevens (Εστία, 1994).


**Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Νίκου Τομαρά
https://n-tomaras.blogspot.com


Είμαι ένα κέλυφος

Είμαι ένα κέλυφος
όπου οι πόθοι, σα φαντάσματα
για λίγο σταματούν
έν' άδειο σπίτι
όπου οι μνήμες μες στη νύχτα λαμπυρίζουν.
Κι αναρωτιέμαι
ποια θα 'ταν η γεύση της ζωής
κι αν κρύβαν κάποιο μυστικό
τα ηλιοθρεμμένα φρούτα.


Ποίημα από τη συλλογή «Κρυφές ζωές», Άγρα 2010


Τηλεφωνικός θάλαμος, Βιβλιοκριτική

Να δηλώνουν αποχαιρετισμό
Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος //


«Τηλεφωνικός Θάλαμος»  Βασίλης Κουντζάκης, εκδόσεις Εκάτη

 

Είναι πάντα στη συνήθεια των πραγμάτων να ακολουθούν τη σειρά τους. Η νύχτα που πέφτει, τα λάφυρα της κόπωσης. Αν δεν υπήρξε ποτέ η ποίηση θα τα λέγαμε εφόδια, αν δεν υπήρχαν στίχοι, τα τραγούδια ο κόσμος θα ‘χε συντριβεί από το βάρος των ενοχών του.

Έτσι έγινε και τότε. Ο κόσμος μια γερασμένη φιγούρα, ο άνεμος φυσούσε τα λευκά μαλλιά του. Στάχτη και χιόνι, μα είναι κάτι να προσέρχεσαι ανυποψίαστος στα ποιήματα. Και να μοιράζεσαι την ατμόσφαιρα που διαμορφώνουν οι διαλεχτές λέξεις του ποιητή Βασίλη Κουντζάκη, από την μετρημένη σε ποιήματα και πληθωρική σε αισθήσεις και μνήμη, συλλογή των εκδόσεων Εκάτη.

Είναι εκείνο το παλαιό κατάστημα χτισμένο στα υποδόρια της 3ης Σεπτεμβρίου. Απέναντι από το αλλοτινά, μοντέρνο θαύμα της brand new Αθήνας που θα έλεγε και η Μαλβίνα, λειτουργεί αδιαλείπτως το κατάστημα των εκδόσεων, ένας από τους τελευταίους χώρους όπου λαμβάνει χώρα, αν το θελήσει κανείς, η μυσταγωγία με τη λογοτεχνία. Ένα ανεξάντλητο υλικό, εκδόσεις από πολλές και διάφορες περιόδους, ποιητές από κάθε γωνιά του κόσμου, σπάνια βιβλία, όλα επιζούν στο βάθος του ημιυπόγειου μαγαζιού που μοιάζει με μια κιβωτό της Αθήνας. Η τελευταία ξεφτίζει παντού, τη σαρώνει μια βροχή και πάει, αυτό ήταν. Το είπαν οι ποιητές, μια μέρα η πόλη θα πάρει το δρόμο τ’ουρανού, μαζί με τις εκκλησιές και τα μπορντέλα της, μαζί με όλα της τα θαύματα και τις αχρειότητες θα πετάξει η πόλη.

Η ξαφνική γιορτή – φόντο αυτής εδώ της ιστορίας που θέλει να χωρέσει το αδύνατο- στήθηκε με αφορμή , λέει , μια χούφτα ποιήματα που τραβούν το χρόνο μες σε ένα αβέβαιο παρόν. Όλα στάθηκαν ψυφίδες μιας ευχάριστης συγκυρίας.

Κοίταξε τριγύρω του, αφήνοντας την παρουσίαση να εκτυλίσσεται με αναγνώσεις, σχόλια και παρατεταμένα χειροκροτήματα, σαν σχολιαζόταν κάτι που αφορούσε μια αίσθηση κοινή, απότοκο της στιγμής. Διότι αυτό κατόρθωναν οι υπερσυντέλικοι του Βασίλη Κουτζάκη και για αυτό αφοσιώθηκαν με όλη τους την ουσία, σε κάτι περιγράμματα, σε παράθυρα, ξύλα, σε κατασκευές των αγγέλων. Πώς συνοψίζει κανείς την ομορφιά, δεν είπε ποτέ κανείς. Πώς βάζει την ιδέα στα χείλη των ανθρώπων, δεν τ’ομολόγησε κανείς πώς και αν τάχα να γίνεται με τρόπο άλλον, διαφορετικό από την ποίηση. Στίχοι που αναλύουν το στιγμιαίο και το εξατμιζόμενο, λήθη, νοσταλγία, σκουριά, το περίφημο οξείδιο του Λόρκα, μια γεύση που μένει στο τέλος του ποιήματος. Όταν πέφτει το πέπλο φυσάει από χίλιες μεριές άρωμα αγιοκλήματος αμοιβαίας μελαγχολίας.

Η πόλη σε εκείνη τη γειτονιά ησύχαζε. Ως ψηλά επάνω, εκεί που χανόταν η ανηφοριά του δρόμου, πλανάται μια διακριτική ομίχλη, περισσότερο μοιάζει με την ανάσα του ποιητή που θολώνει τα τζάμια στις σελίδες της συλλογής του. Και πρέπει να αφεθείς, να αρνηθείς την εγκράτεια εκεί που πρέπει, να δέσεις το μεγάλο με το ανυπολόγιστο, έτσι που να φέγγει κάτω από το φανάρι του πνεύματος η αλήθεια. Το απλό είναι μυστήριο έγραφε στη συλλογή της Εκάτης και απέναντι ανάμεσα σε άλλα πολλά συνθήματα, έτσι που η τέχνη να επαληθεύει τον εαυτό της μες στη μελέτη της λεπτομέρειας, της συγκίνησης. Θαρρείς και αναγνώρισε για μια στιγμή εκείνη τη μεμβράνη τη διάφανη που σκεπάζει τον κόσμο. Όλα εφάνταζαν σαν μέσα σε φλοιό πένθους. Μας ευεργέτησε με τόσους πολλούς τρόπους ο Πάμπλο Νερούδα, τόσο τραγικός μες στη ζωή του την ίδια. Του φάνηκαν πως υπήρχαν παντού τριγύρω μαβιές και μαύρες σαν απολησμονημένοι συλλογισμοί, εικόνες και σκηνογραφίες. Ήταν ωραία η στιγμή εκείνη και ίσως κάπου να ξεχώρισε τη μυρωδιά του θυμαριού , ίσως να άκουσε το μαδριγάλι να παίζει, αμυδρά. Δεν θέλει θόρυβο η ποίηση, μόνον ελεύθερη να αγγίξει πρωτόγνωρες συχνότητες τη διαπασών της καρδιάς, της αίσθησης.

Έριξε μια ματιά στο βιβλίο που ‘χε στα χέρια του. Τώρα τα σχόλια πραγματεύονταν το ποίημα “Άδειες Καρέκλες”. Η φθορά έχει σαρώσει τα πράγματα και τις μορφές, ο κόσμος εκτείνεται ως πέρα, εκεί που κόβεται το βλέμμα, πλατύς σαν όχθη ποταμού. Ο ποιητής βάζει τους ίσκιους, κίτρινα βλέμματα ανθρώπων, με το χρώμα να’χει τη σημασία του. Με τούτα τα φίλτρα σμιλεύει με τις στάλες της βροχής, με μνήμες αποσπασματικές, σαν αρχαίο ψηφιδωτό, μισοειδωμένο τα πεδία των λέξεων του. Κάτι γλαφυρό, σαν γλυπτική των αισθήσεων με μια φράση μονάχα να συμβολίζει κάτι παραπάνω από τον χρόνο. Είναι κρυμμένη από τα μάτια μας η αιωνιότητα σε εκείνο το ποίημα. Όλα φαντάζουν δραματικά, μα θερισμένα από το χρόνο, ανομολόγητα, πικρά. Ήταν ο Πέιτερ που στοχάστηκε, φωνή βοώντος να ουρλιάζει, αφήνοντας πίσω μια προσευχή. Και ένα φως αιφνίδιο που δίνει μια άλλη διάσταση στα πιο τετριμμένα, στις κλειδώσεις των δαχτύλων, στην γλώσσα των σωμάτων, σε εκείνη που εμπιστεύεται η αίσθηση του ιχνηλάτη, η νοσταλγία εκείνου που θυμάται. Να μην ξέρω πόσος είναι ο χρόνος, μόνο να τον ορίζω έτσι που τα πάντα να ανανεώνεται μαζί με τα συμφραζόμενα και με τις λέξεις του ποιητή, παίρνοντας από την απλή εκδοχή της εικονογραφίας, μια καθαρή εντύπωση.

Αν δεν ήταν ποιητής συλλογίστηκε κοιτάζοντας από την αρχή τα ποιήματα, σαν να’ ταν άνθρωποι και να μην γύρευαν αναγνώσεις, θα ήταν μεγάλος ζωγράφος. Θα έπαιρνε λέει για μοντέλα του πράγματα και χαρακτήρες της απλής ζωής, με τόση φυσικότητα και λεπτότητα θα περνούσε πάνω από τα περιγράμματα, αποθεώνοντας το απλό που προστίθεται στο μεγάλο και το θαυμαστό. Έτσι θα’ ταν και το δικό του τ’ αντίδωρο. Του φάνηκαν περιορισμένα μέσα οι λέξεις, τίποτε σαν το μυστήριο του φωτός. Η πατίνα σε μια φωτογραφία, ίσως να’ ναι το φως που τρέφει το μήκος της ζωής μας, σκόρπιες αποχρώσεις αναλυμένου συναισθήματος. Παρηγορήθηκε μια στάλα μέσα του, βρήκε έναν λόγο για να υπάρξει και απόψε η ποίηση.

Θα ξεχώριζε και άλλα μα έπεφτε τώρα μια ησυχία. Και το πλήθος σκόρπιζε, όλα είχαν πάει καλά. Πήρε και εκείνος τον δρόμο της επιστροφής όταν ξέσπασε μια μπόρα καλοκαιρινή, από εκείνες τις αναπάντεχες που κανένα μοντέλο δεν προέβλεψε ποτέ. Είδε τον παλιό Τηλεφωνικό Θάλαμο και είπε να τρυπώσει εκεί. Σε λίγο η βροχή σταμάτησε και στο βάθος ξύπνησε κόκκινο χρώμα. Σαν να φάνηκαν οι αρμοί και όλα γύρω κλειστά. Του φάνηκε πως παντού στον κόσμο κυριαρχούσε το αγνοούμενο, το μη βλεπόμενο. Από το εσωτερικό του Τηλεφωνικού Θαλάμου η θέα ήταν ανεμπόδιστη και η μνήμη πεδίο βολής, παλιό και ναρκοθετημένο που θέλει όλη τη λεπτότητα στα βήματά σου. Τώρα πια είναι αδύνατο να ζήσει κανείς πολλές ζωές, να νιώσει τα βιβλία και τους ήρωες. Γράφει απεγνωσμένα ποιήματα, δεν θα φτάσουν πουθενά, δεν χωρούν πουθενά. Όλα γερνούν μέσα από τον Θάλαμο, όλα προς την πλευρά της λογικής. Στη σκουριά της εποχής το βιβλίο στα χέρια του έχει να αντιτάξει τα τριαντάφυλλα που πέφτουν απ’ τα μάτια. Κοιτάζει προς τις δυο πλευρές του δρόμου. Δεν είναι κανείς , η πόλη δεν έχει πρόσωπο, της το δανείζουν οι ποιητές και εμείς μαθαίνουμε να το θυμόμαστε και να το αγαπάμε. Έτσι όπως ψάχνει κάτι ασαφές, μοιάζει με την Εκάτη που ‘χει δυο εαυτούς για να πονέσει. Εκείνον που ζει και έναν άλλον που τραγουδά στίχους και λεπτομέρειες από αδειανούς αέρηδες.




Ο Βασίλης Κουντζάκης γεννήθηκε το 1983. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και στο Διαδίκτυο, στο οποίο και διατηρεί την ιστοσελίδα “Ακάλυπτος Χώρος”. Αυτή είναι τρίτη ποιητική συλλογή του.

Άλλα έργα του:

Δίχως Όνομα, 2015, Εκάτη
Το απέναντι κάθισμα, 2020, Εκάτη
Τηλεφωνικός Θάλαμος, εκδ. Εκάτη


*Από την ιστοσελίδα: www.fractalart.gr (Fractal-Η γεωμετρία των ιδεών)

https://www.fractalart.gr/tilefonikos-thalamos/


Ευάγγελος Βογαζιανός

*Ποιητής με εντιμότητα και ενδιαφέρον που συνδέεται μεταξύ άλλων με τη Σύρο. Το ποίημα που ακολουθεί είναι από την πρώτη του ποιητική συλλογή "Σαιζόν μορτ" του 1954. Ακολουθούν οι συλλογές-ιδιωτικές εκδόσεις: "Απολεσθέντες εν πλω" (1960), "Η Ανδρονίκη της θλίψης" (1971), "Ηλιοθεσία" (1975), "Αναφανδόν" (1983).  



Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Μιχάλης Χελιώτης

Το κορμί μου γέμισε βρύα
Ξύνομαι ν απαλλαγώ
Και τότε ανάβει εντός μου
Μια κάψα, μια πυρκαγιά έρωτα.
Που πάει; Υπομονή.
Θα έρθει το φθινόπωρο, θα μαραθώ,
Θα γαληνέψω μέσα σε στίχους!
Αν δεν είχα την ποίηση
(αιμάσουσα, χαρά μου και πληγή)
Θάθελα ναμουνα αγκάθι.
Ριζωμένο πάντα σ ένα ξερό βράχο.
Γαλήνιος, αποξεραμένος, τεθνεός.
Ένα θαυμάσιο μωβ τίποτα.
Που κεντρίζει. Που τρυπάει.
Που ματώνει.
Κι εμπνέει!

Μιχάλης Χελιώτης, "Αδυσώπητο μωβ", Ιδιωτική έκδοση, Δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1999. 



Σωκράτης Καλαϊτζής

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ-
ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ 

(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, ΑΘΗΝΑ 1969)

Δεν ήθελα να βλέπω
κι όμως έπρεπε να βλέπω.
Δεν μπορούσα να κοιτάζω,
κι έκλεινα τα μάτια για να βλέπω καλύτερα,
με τα βλέφαρά μου έναστρες αυλαίες.
Όταν τ' άνοιγα έβλεπα μπρος μου ό,τι τύχει. 
Όταν τα 'κλεινα έβλεπα μπρος μου ό,τι ζητούσα. 
Ίσως γι' αυτό έβλεπα,
όταν έκλεινα τα μάτια. 

Σωκράτης Γ. Καλαϊτζής, Σκιάχτρα ντυμένα με σμόκιν φιλανθρώπων, 1969.  



Γιάννης Πομώνης, Δύο ποιήματα

Γιάννης Πομώνης | Δύο ποιήματα από τη συλλογή "Θανάτου Ελαύνοντος"

Συμβάν

Το βίο του
θέλησε να διηγηθεί
με συντομία και
λιτότητα.

Οι λέξεις
τρύπιες δεκάρες
έπεσαν κάτω
μ’ εκείνον τον κρωγμό
που κάνει το φέρετρο
σαν από αδέξια χέρια
βρίσκει στα πλαϊνά.

~*~

Ηλιοβασίλεμα

Πάνω σε πλάτες κουρασμένες
πέφτει το δείλι
μ' εκείνο του παράπονου
το χρώμα:
ήρεμο τέλος ενός τσιγάρου
που σβήνει διακριτικά
καθώς τελειώνει ο προορισμός του. 

*Γιάννης Πομώνης, Θανάτου ελαύνοντος, εκδ. Ααγής,
Αθήνα, Φεβρουάριος 1993. 

**Κολλάζ της 6ης σελίδας του βιβλίου: Κώστας Κρεμμύδας.



Βασίλης Παπάς

ΙΙ 

Ένα άσπρο σύννεφο σαν ψάρι 
κολυμπά στον ουρανό 
κι ο ήλιος δόλωμα που το δαγκώνει. 
Πρωί στο φρύδι, η σιωπή αναρτημένο κάδρο.
Τοπίο ακόμα νηστικό
μόλις που γρατζουνάει την κιθάρα της η μέρα. 
Κοιτάζω αυτόν τον κήπο
το φοίνικα με το έλατο μαζί 
κοιτάζω αυτόν τον τόπο...

Βασίλης Παπάς, Πρωί στο φρύδι, εκδ. Κέδρος, 2003.



Βαγγέλης Ροζακέας

*Αναδημοσίευση από το 1-2.gr και την σελίδα Ποίησης "Εν Φαντασία και Λόγω"

Βαγγέλης Ροζακέας (Καλαμάτα, 1938 - ;)

Αναφορά στον ουρανό

                        Στην Κ. Α.

Κύριε, είχα μια ζεστή καρδιά
σκεπασμένη με κεραμίδια
στην άλλην άκρη τής πολιτείας.
Στην αυλή μου βασιλικό
στα χέρια μου το παράπονο
και στα μάτια μου ένα χριστουγεννιάτικο άστρο.
Αγαπούσα τα πουλιά
χαιρετούσα τούς ανέμους —
και μεγάλωνα.
Ζύμωνα ψωμί με τη βροχή,
Φούρνιζα με τον ήλιο·
Και τάιζα πέντε στόματα.
Ξεφύλλιζα τις μέρες μου
να βρω το πρόσωπο εκείνης
που δεν είχε κανένα παράπονο:
Της μέρας πού έγινε ήλιος.
Στη Γη μας δεν είχα άλλη ημερομηνία
από αυτή πού Εσύ νομοθέτησες: Ερημιά.

Τα βράδυα πού άναβες τ' αστέρια Σου
κι εγώ τη μικρή μου λάμπα
άνοιγα όλα μου τα όνειρα βεντάλια.
Κι είχα πολλά όνειρα. Κύριε!
τόσα πολλά που γέμισε ή κάμαρά μου
και δεν χωρούσαν τα έπιπλα.
και τα παπούτσια μου.
Έπειτα δεν με χωρούσε και μένα...

Ο μυστικός δείπνος των πουλιών, εκδ. Δίφρος, 1962


Δημήτρης Μυταράς

ΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ

Γράφω τηλέφωνα 
σε μικρά χαρτιά 
σε ευρετήρια.
Όταν ξεχνώ τους
ανθρώπους
τα ευρετήρια γίνονται 
μικρά νεκροταφεία. 

Δημήτρης Μυταράς, Η Νύχτα, εκδ. Καστανιώτη, 1993.


Βασίλης Κουντζάκης, Μνημεία επαφής

*Από το προφίλ του Βασίλη Ζηλάκου στο FB

Ένα σημείωμά μου (ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, ΤΧ.190) για την τελευταία ποιητική συλλογή του Βασίλη Κουντζάκη, ενός εκ των πιο γόνιμων και ειλικρινών δημιουργών της γενιάς μου, που εξέδωσε προχθές ένα πολύ ενδιαφέρον τετράπτυχο με τα  πιο τελευταία ποιημάτά του (MNHMEIA EΠAΦΗΣ),  αλλά κι ένα μικρό εργάκι που είχα φτιάξει σε χαρτί πριν πέντε χρόνια και το οποίο του  είχε αρέσει πολύ.  

Αγαπητέ Βασίλη, συγχαρητήρια για τη νέα έκδοση

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

ΤΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΘΙΣΜΑ είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του Βασίλη Κουντζάκη(γεν. 1983) και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκάτη. Προηγήθηκε η συλλογή   "Δίχως όνομα το 2015 από τις ίδιες εκδόσεις. Το βιβλίο περιλαμβάνει 27 ποιήματα. Ένα σύντομος κατάλογος σημειώσεων όπου ο ποιητής αναφέρει δάνεια και παραφράσεις στίχων, αγνώστων ελλήνων ποιητών, ολοκληρώνει το βιβλίο. Στεκόμαστε σ’ αυτό το σημείο για να δείξουμε τόσο τη δεοντολογική εντιμότητα του γράφοντος όσο και την ποιητική του «μόρφωση» που αναδιπλώνεται γύρω από την αφανή μα φορές ανεκτίμητη εγχώρια ποιητική παράδοση. Όταν αυτή η μαθητεία δεν γίνεται δογματικός προσανατολισμός αλλά δημιουργική συνιστώσα, μαρτυρά σοβαρότητα , ειλικρίνεια και αυτογνωσία, πόσο μάλλον όταν ο αλιέας ποιητής ανοίγεται πέρα από τα χαρτογραφημένα ύδατα των «γνωστών»  ποιητών που με πιθανή εξαίρεση τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη «επιβλήθηκαν» στην κοινή συνείδηση  εξαιτίας των διαφόρων αιτημάτων του έθνους για πνευματική αναμόρφωση. Άλλωστε το επιτάσσει  αυτό η ιδιοσυγκρασία του Β.Κ. που δεν αγαπά να εμφιλοχωρεί σε «υψηλές» μυθολογίες, όπως αυτές σμίλεψαν και διατράνωσαν κάποιες παλαιότερες ποιητικές γενιές αλλά στο βίωμα. Στη σύλλογή του συναντάμε κάτι από την μυστηριακή  αισθαντικότητα του Ασλάνογλου, τον εσωτερικό μονόλογο του Βαρβέρη, του Μαρκόπουλου την επιμονή στην αστική και ανθρωποκεντρική γεωγραφία , ενώ το χρονικό ενός Ιωάννου γίνεται εδώ ποίημα. Το βίωμα όμως που προτάσσει δεν εγκιβωτίζεται στην ερωτική διαλεκτική ή πράξη, εν πολλοίς απόρροια της σκηνοθετικής δεινότητας του ποιητή,  αλλά γίνεται ψυχική (και λιγότερο διανοητική) αναμέτρηση με την βαθιά μας ύπαρξη.   
Η μοναξιά, ο κατατεμαχισμένος εαυτός, η νοσταλγία της πληρότητας, η (αστική) περιπλάνηση, η απώλεια μέσα στο χρόνο, η αβέβαιη οδοιπορία για παλινόρθωση είναι κυρίαρχα μοτίβα, το κρυμμένο, το ολότελα και για πάντα χαμένο και το μακρινό σημεία επόπτευσης του ποιητή. Μέσα σε όλα αυτά ο άνθρωπος ορίζεται ως μια φευγαλέα μετάβαση από το πλήρες στο κενό. Παραθέτουμε εδώ ορισμένα κοινά «σημεία». 1. Η ελλειπτική φράση του στίχου που οδηγείται σε αναγκαία παύση έτσι ώστε να ιχνογραφείται η ασθμαίνουσα και αγωνιούσα ψυχολογία του υποκειμένου. 2. Η διαλεκτική, απουσία διαλόγου, ανταλλαγή μεταξύ ενός «εγώ» και ενός «εσύ» . 3.Μία σχεδόν συλλογιστική αναδίπλωση του ποιητικού κράματος. 4.  Η έντονη αισθητοποίηση των εικόνων μέσω ικανότατων μεταφορών και παρομοιώσεων . 6. Η εσωτερίκευση των εξωτερικών εμπειριών που διαπεραιώνεται ξανά στο χώρο και τούμπαλιν δίχως όμως η σήμανση αυτών των εμπειριών να δίνει εύκολα τη σκυτάλη στην αφήγησή τους. 7. Οι λεπτεπίλεπτες και  ιδιαιτέρως επιδέξιες μεταβάσεις μεταξύ αντίθετων καταστάσεων. 8. Η απουσία σωτηριολογικών σχημάτων έτσι ώστε η  κάθαρση να επισυμβαίνει μέσα από το ίδιο το τραγικό σημαινόμενο αλλά και τη διαδικασία της γραφής.9. Η μεταγραφη της πράξης και της εξωτερικής γεωγραφίας σε εσωτερικό βίωμα. Ο Κουντζάκης σκηνοθετεί εκ των ένδον. 
Η ειλικρίνεια καθώς και ο αυστηρός έλεγχος της εικόνας (και της μεταχείρισής της ποιητικά) με γνώμονα την ένταση και την μετάπτωση του αισθήματος είναι οι σημαντικότερές αρετές του βιβλίου. Έχει κανείς την εντύπωση ότι το ποίημα δεν θα μπορούσε να γραφτεί διαφορετικά. Κυρίως καταστέλλεται ο υποκειμενισμός και η εγωκεντρική δυσχέρεια που πλήττουν θανάσιμα την ποίηση,  δεν χάνεται όμως το υλικό κομμάτι της δημιουργίας αφού  ο Β.Κ. δεν υπηρετεί το ποίημα με αφηρημένες λεκτικές υπεκφυγές. Αντιθέτως έχουμε να κάνουμε με έναν ποιητή των μεγάλων συναισθημάτων, κάτι το σπάνιο δηλαδή  στις μέρες μας. Το σημείο της διάκρισής του είναι ότι διαθέτει γνήσια ποιητική ενόραση και επιδεξιότητα στο να εναρμονίζει το ρήμα με το  συναισθηματικό ζώπυρο χωρίς επιτηδεύσεις, αισθητισμούς, φλυαρίες και ψευτιές. 
Αυτή η ποίηση, βαθύτατα υπαρξιακή, που ωστόσο δεν υποκύπτει σε φιλοσοφικούς λυρισμούς ευρωπαϊκών ψευδομεταγγίσεων, είναι  κατά την ταπεινή μου γνώμη η αρτιότερη σύγχρονη μαρτυρία βιωματικής ποίησης.

Βασίλης Ζηλάκος



Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Αζύμωτη απόφαση

Απόψε

Καμία μάνα απόψε δε θα πει παραμύθι 
Κανένας καπνός δε θα βγει από την 
καμινάδα
Κανένα φτερό δε θα κινηθεί απόψε
Κάτι φιλιά θα ξαναγυρίσουν στο στόμα
Τα σκαλιστήρια θα μείνουν χωμένα στο 
χώμα
Όλα τα μολύβια θα βάλουν τελεία
Απόψε το φεγγάρι δε θ' ακούσει όμορφα
λόγια 
θα παραμείνει φεγγάρι 
Απόψε θα καθίσουμε να σκεφτούμε
ποια μέρα θέλουμε να ξημερώσει 
Απόψε όλα θ' αλλάξουν χρήση 
χωρίς να πειραχτεί τίποτε από την ομορφιά
Ο τελευταίος κόκκος της απογευματινής
αμμουδιάς
θα κοιτάζει το αυθημερόν ταξίδι του ήλιου 
όπως έκανε πάντα. 

Ν. ΣΤΑΧΥΑΛΟΣ, Αζύμωτη Απόφαση, αυτοέκδοση, ... , ... .


Τηλεφωνικός θάλαμος

Ένα μειδίαμα φυσά και πάλι τα μαλλιά
του γερασμένου κόσμου.

Β. Κουντζάκης, «Φωτοσύνθεση».

Εκεί που σταματάει η σιγή και ξεκινά ο λόγος, ο ποιητής μ’ όλες τις αισθήσεις του προτεταμένες ρίχνεται σε μία περιπέτεια αναψηλάφησης της κοινωνικότητας της αστικής συν-ομιλίας.
Το «εκεί» δηλώνει το μεταίχμιο στο οποίο βρίσκεται καθώς η (συν) ομιλία υποκαθιστά κατ’ επίφαση τη βουβή ατμόσφαιρα. Μέσα στο τηλεφωνικό θάλαμο στεγάζονται πληγές, ενδοιασμοί κινήσεων, ανολοκλήρωτοι ήχοι, ακροτελεύτιοι ψίθυροι.
Ο ποιητής καταγράφει και εποπτεύει το ανερμάτιστο της ανθρώπινης ομιλίας, για να υψώσει ένα μνημείο της σύγχρονης ερήμωσής μας.
Αν στην ποιητική του Βασίλη Κουντζάκη παραγράφεται εξαρχής και προγραμματικά ο ορίζοντας του μεγαλοποιημένου πόνου, ο λυρισμός δεν είναι ούτε χαμηλόφωνος ούτε μετριοπαθής. Αντιθέτως χαρακτηρίζεται από πληθωρισμό και εσωτερική ζωτικότητα που ελέγχεται μόνο μορφικά από το συμφραζόμενο. Δημιουργεί δε μια ποίηση που προσπαθεί να τιθασεύει το θέμα και να επικαλύπτει την πρωταρχική ύλη των γεγονότων όχι με στοιχεία περιγραφικά αλλά με τα εξπρεσιονιστικά θραύσματά τους. Η τάξη των ποιημάτων του είναι ολοκληρωτικά εσωτερική και αποστρέφεται την παράθεση. Έτσι η κύρια αρετή τους είναι η αφαίρεση, η περιεκτικότητα και η συμπύκνωση με εξαιρετικά ρωμαλέα, δηλαδή ευθύβολα ουσιαστικά.

Βασίλης Ζηλάκος

*  * 

ΠΡΟΠΟΔΕΣ

Πέφτει βροχή
χωρίς ήχο

Χαρτιά πλέουν
στον πάτο του πηγαδιού

Μπορείς επάνω τους
να δεις καθαρά
τον γενέθλιο τόπο

Ξερά χόρτα και θάμνοι
κομμένη πέτρα

στο βάθος
μια τρύπα φωτός.

Βασίλης Κουντζάκης, Τηλεφωνικός θάλαμος, εκδ. Εκάτη, 2024. 






Σαν έρημα καράβια

Σαν έρημα καράβια
Και σαν ξωκλήσι στην κορφή
Σαν γερακιού πορεία
Και σαν ξεκούρδιστη χορδή

Ο χώρος δεδομένος
Και εσύ απ' έξω μια ζωή
Ο χρόνος τελειωμένος
Πάντα κοντά, ποτέ μαζί

Σαν τρίξιμο μεσημεριού
Σαν όνειρο κρυμμένο
Όπως ανάσα βραδινή
Σαν τελευταίο τρένο

Ξερολιθιά και βράχος
Άνθρωπος και Θεός μαζί
Ορίζοντας που σβήνει
Στιγμή που δε θα ξαναρθεί

Σαν τρίξιμο μεσημεριού
Σαν όνειρο κρυμμένο
Όπως ανάσα βραδινή
Σαν τελευταίο τρένο

Γραμμές πάντα καμπύλες
Ευθείες μόνο στο χαρτί
Παράλληλες πορείες
Που τις ενώνει μια σιωπή

Σαν τρίξιμο μεσημεριού
Σαν όνειρο κρυμμένο
Όπως ανάσα βραδινή
Σαν τελευταίο τρένο

Σαν τρίξιμο μεσημεριού
Σαν όνειρο κρυμμένο
Όπως ανάσα βραδινή
Σαν τελευταίο τρένο

Υπόγεια Ρεύματα, "Παραλογές", 1995.



Πάνος Θεοδωρίδης

ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ

Τώρα ποὺ ἀφήνω τὸν κόσμο καὶ πεθαίνω
ἐνθυμοῦ ποῦ θά 'ταν πρέπον νὰ μὲ θάψεις 
τόσα χρόνια μετὰ τὸν Καρασούτσα ἔχει
σημασία ἕνα γυάλινο δοχεῖο φίσκα στὶς
ἀποβλακωμένες συνουσίες· σύντομα θὰ
πάψω νὰ παραθέτω ὀνόματα στὴν ποίηση
καὶ μὲ σταθερὴ φωνὴ θὰ γεμίζω κασέτες.
Φαντάσου· ἕνας παχὺς καὶ κουρασμένος
φαλακρὸς καβλιάρης εἶμαι, ἀνεξίτηλα
χρεωμένος μὲ τὸ δέρμα σου· φανερώνω
σὲ κάθε ποίημα τόσο πολλὰ ἰδιωτικὰ
προβλήματα ποὺ κανένας δὲν πιστεύει
πὼς εἶναι ἀληθινά· ἀγάπα με ἔντονα
δεῖξε μου τὰ δάκρυά σου  λέγε με Ἀζόρ.

Πάνος Θεοδωρίδης, "Στην Αγκαλιά της Ντεζιρέ", Εκδόσεις Ύψιλον, 1980. 


Γιώργος Κατραούρας

ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΟΠΩΣ

Ανακάθισα σκέφτομαι 
ποιός εμένα θα δικάσει
ποιός θα με καλέσει πίσω. 

Έμιλυ κι όμως
                       πανέμορφη 
απ' ότι έφτιαξα ξέφυγε
συνθήκη ή ιστός; 

Άυλο σώμα που ξάπλωσες 
στο κρεβάτι ξεντυμένος 
είμαι άντρας ή θα γίνω;

*

ΑΧ ΚΑΙ Ο ΠΕΝΑ 

Αγαπητέ Σάντρο 

στα παλιατζίδικα φορέσαμε
τα δικά τους καφτάνια 
κι ήταν έκθαμβοι στη ματιά τους
δεν έμεινε παρά καπνός
στα μάτια τους. 

* * * 

Ο χρόνος και η κοινή του μοίρα
μας έφερε κοντά· τόσο κοντά
που τα πρόσωπά μας έμειναν 
στον κήπο 
γιατί στο σπίτι μέσα
στο παρθένο δάσος
σχεδίασμα άγριο 
φτιάχνει ποιητής
κρατώντας σπαθί. 

Γιώργος Κατραούρας, Τρέμω στο υπερώο, εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2024.


Νίκος Καραβέλος

KAT' ΙΔΙΑΝ 

Ποίηση 
Είναι μία ιδιαίτερη συζήτηση 
Στον καθρέφτη 
Που έχεις την εντύπωση 
Ότι δεν ακούστηκε. 

Νίκος Καραβέλος, Καθώς μικραίνει ο ύπνος, εκδ. Γαβριηλίδης, 2009

*Alan Davie - Black Mirror, 1952


Στέρης

"Η αγάπη για τον ποιητή, είναι φωτιά που ανάβει τον πολυέλαιο της σκέψης, ο ηλεκτρισμός που δίνει στα κύτταρα λάμψη. Για τον ποιητή, η αγάπη είναι το θαύμα της ζωής." 

Γεράσιμος Σταματελάτος - Στέρης, ζωγράφος, 1898-1987.



Τάκης Αντωνίου

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ 

Ὅλες οἱ πόρνες τῆς Οἰκουμένης
χυμίξανε καὶ μοῦ βγάλανε τὰ μάτια.

Τὰ βάλανε σὲ μιὰν ἀνοιχτή λειψανοθήκη 
καὶ τὰ γυρόφερναν στοὺς μαχαλάδες
γιὰ νὰ ’βρουνε θεράπειο οἱ ποιητές.

Χωρίς αὐτούς τοὺς ἀγύρτες
ὁ κόσμος εἶναι νεκρός.

Τὸ ἀόμματο πρόσωπό μου
τοὺς βλέπει νὰ περπατᾶνε στοὺς αἰῶνες
ἀγκαλιασμένοι μὲ τοὺς θεούς,
ἀειπάρθενοι στὸν ὡραῖο τους νοῦ
κι ἀπειρόγαμοι στοῦ λόγου τὸ σπέρμα.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΜΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

Ἔκλεψα τὰ λεπτά ἀπ’ τὰ παγκάρια
γιὰ νὰ ψωμίσω τὴν ποίηση.

Τάκης Αντωνίου, Επιγράμματα, εκδ. Imago, Αθήνα 1983.



Γιάννης Χαιρέτης

Η ΠΑΓΙΔΑ

Σήμερα, γιορτή των άσωτων ψυχών·
κι ο νέος ασκητής,
παγιδευμένος σε νυσταλέα προσευχή,
σκιάζεται μην του κλέψουν
την αγνότητά του
τα ξωτικά της Αμαρτίας.

Γιάννης Χαιρέτης, Ο κύκλος των διπλών μαχαιριών, εκδ. Άρδην, 1999. 


Δημήτρης Παπαστεργίου, Δύο ποιήματα

ΠΑΛΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Διευθέτηση παλιάς αλληλογραφίας
Των φοιτητικών χρόνων 
Και του στρατού

Τα γράμματα των γονιών πάντα δυσανάγνωστα

Όχι, τώρα δε φταίει η αγραμματοσύνη τους 
Φταίνε τα δάκρυα στα μάτια μου
Φταίει και που δεν έχω πια διεύθυνσή τους 
Για να τους απαντήσω 

~*~

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ 

Σε όσους νωχελικούς κι ονειροπόλους
αναγκάστηκαν να δουλέψουν μαρτυρικά
αντί πινακίου φακής 

σε όσους έμαθαν να δίνουν 
ζώντας ανάμεσα σε άρπαγες

σε όσους λάτρεις του Έρωτα 
δεν αξιώθηκαν να τους ερωτευτούν

τι να τους πει ο φόβος της κολάσεως; 
για κόλαση θα μιλάμε τώρα; 

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Furor Scribendi, εκδ. Ars Poetica, 2013.



Στάθης Καββαδάς

*Ο Στάθης Καββαδάς γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπουδασε Κοινωνιολογια στη Γαλλια και τις ΗΠΑ. Ποιητικά βιβλία: Το τσιμεντένιο άγαλμα της Α...